Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Πολύζος, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ INTERMEZZO: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην...Άγρια Δύση

 



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
στην...Άγρια Δύση!


Του Βασίλη Πολύζου
(αναδημοσίευση από το ιστολόγιο
emiliusx.blogspot.gr / 24.12.2011)

Στο προ-λογικό κείμενο του βιβλίου μου Επίλογοι και άλλα
Κεκραγάρια (εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 1999) σημείωνα, μεταξύ άλλων:
Κοσμοκαλόγερος μετέφρασε γουέστερν αντί πινακίου φακής.
Η αναφορά ήταν για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το διήγημα
The Luck of Roaring Camp του αμερικανού συγγραφέα Bret Harte,
̶ διήγημα που είχε μεταφράσει ο Παπαδιαμάντης με τίτλο
Η Καλή Τύχη του Ρώριν-Καμπ.

Είχα την καλή τύχη να διαβάσω σε πολύ μικρή ηλικία το διήγημα
αυτό στη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, σε μια έκδοση του 1905,
(ΠΑΝΔΩΡΑΣ ΤΟΜΟΣ 1), του εν Αθήναις βιβλιοπωλείου ΜΠΕΚ ΚΑΙ ΜΠΑΡΤ (*),
που περιλάμβανε επίσης το μυθιστόρημα Το Παράδοξον Έγκλημα
υπό Α. ΚΟΝΑΝ ΔΟΫΛ (τουτέστιν το A Study in Scarlet του Conan Doyle),
σε μετάφραση Χ. Άννινου. (δείτε εικόνα επάνω). Δεν θυμάμαι πώς
είχε βρεθεί στα χέρια μου ο τόμος αυτός.

Στο νου μου η μετάφραση αυτή σηματοδότησε αργότερα μιαν ακόμη
διάσταση στο έργο και την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη.
Είχα και έχω πάντοτε την εντύπωση, ότι η επιλογή του να μεταφράσει
Μπρέτ Χαρτ δεν ήταν τυχαία. Συνδέεται κατά τη γνώμη μου με την
πρώτη μεγάλη έξοδο Ελλήνων μεταναστών στο δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα προς τη γη της επαγγελίας, που την αίσθησή της συναντάμε
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη,
-έξοδο προς ένα ακόμη ψεύτικο όνειρο, παράλληλα προς την έξοδο
των αμερικάνων εποικιστών, χρυσοθηρών και παντός είδους
τυχοδιωκτών προς την άγρια δύση και προς το ψευδεπίγραφο
και εφιαλτικό αmerican dream (στην πρώτη του εμφάνιση), που
περιγράφει στα διηγήματά του ο Μπρετ Χαρτ, αυτός ο αφελής
λαϊκός κοινωνιστής εκείνων των ημερών, περίπου σύγχρονος
του Παπαδιαμάντη και θαυμαστής του Καρόλου Ντίκενς.

Πολλά χρόνια πρίν από την έκδοση των Κεκραγαρίων (αν θυμάμαι
καλά στα μέσα της δεκαετίας του 80) σε ημερίδα για τον
Παπαδιαμάντη που οργανώθηκε στο Πνευματικό Κέντρο
του Δήμου Αθηναίων, όπου είχα παρευρεθεί, έκανα μια εκ του
προχείρου παρέμβαση για το θέμα αυτό και για τη σημασία του
στο να διαφωτίσει μια ακόμη πτυχή του έργου του Παπαδιαμάντη.

Παραθέτω παρακάτω ένα εκτεταμένο απόσπασμα από
τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, καθώς και το αντίστοιχο
κομμάτι του πρωτότυπου, για την αντιπαραβολή.
Είναι πράγματι μοναδικός ο τρόπος που ο μεγάλος Σκιαθίτης
λογοτέχνης μεταφέρει απαραμείωτα την γλωσσική αίσθηση,
το κλίμα του wild west, το πικρό, στακάτο χιούμορ, τη σκληράδα
και την τρυφερότητα μαζί, που στοιχειώνει την αφήγηση
του Μπρετ Χαρτ.

Βασίλης Πολύζος 23/12/2011

(*) Οι Βαυαροί Μπεκ και Μπαρτ διατηρούσαν βιβλιοπωλείο στην Πλατεία
Συντάγματος. Το 1898 ο Κώστας Ελευθερουδάκης συνεταιρίστηκε μαζί τους
και μερικά χρόνια αργότερα το βιβλιοπωλείο περιήλθε εξ ολοκλήρου
σ’ αυτόν. Δείτε σχετικά άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη στην εφημερίδα
ΤΟ ΒΗΜΑ,12.3.2006, Η νίκη της Νίκης
Β.Π.

Η ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΡΩΡΙΝ-ΚΑΜΠ

ΥΠΟ ΜΠΡΕΤ ΧΑΡΤ
(απόσπασμα)
Μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη




“Μεγάλο κακό εγίνετο εις το Ρώριν-Καμπ. Δεν ηδύνατο να είναι
μάχη, διότι εις τα 1850 τοιούτόν τι δεν ήτο αρκετα πρωτοφανές
ίνα συναθροίση επί το αυτό όλην την μικράν αποικίαν. Όχι μόνον
οι λάκκοι και τα μεταλλεία είχον ερημωθή, αλλά και το καπηλείον
του Τούττλη είχε στείλει όλους τους χαρτοπαίκτας του, οίτινες,
σημειώσατε, αταράχως εξηκολούθησαν το παιγνίδι των την
ημέραν καθ’ ην ο Φραντσεζοπέπης και ο Κανακατζώης με δύο
πιστολιές εφόνευσαν ο είς τον άλλον εις τον εμπροσθινόν θάλαμον.
Όλον το στρατόπεδον είχε συναθροισθή εμπρός εις μίαν μπαράκαν
εις το έσχατον άκρον του περιβόλου της αποικίας. Η συνομιλία
εγίνετο με τόνον χαμηλόν, αλλά τ’ όνομα μιας γυναικός συχνά
επανελαμβάνετο. Ήτο όνομα πολύ γνωστόν εις την αποικίαν,
η Τσέροκη-Σάλλη.
Όσον ολιγώτερα είπωμεν δι’ αυτήν, τόσον καλύτερα. Ήτο μία
παλιογυναίκα, και φόβος είναι μη είχε πολλά κρίματα. Αλλά τον
καιρόν εκείνον αυτή ήτο η μόνη γυναίκα εις το Ρώριν-Καμπ, και
ακριβώς τότε κατέκειτο εις την εσχάτην ανάγκην, οπόταν τα μάλιστα
εχρειάζετο τας περιποιήσεις του ιδίου φύλου της. Παραλυμένη,
εγκαταλελειμμένη και άφιλος, υπέφερε βάσανα, αρκετά σκληρά ήδη
ανίσως περιεβάλλετο από άλλων γυναικών τας συμπαθείας, πλην
τώρα τρομερά εν τη μοναξία της. Η προπατορική κατάρα ήλθεν επ’
αυτήν εν τη αρχεγόνω εκείνη μοναξία, ήτις τόσον φοβεράν πρέπει να
έκαμε την τιμωρίαν της πρώτης παραβάσεως. Και εις την στιγμήν
καθ’ ην τα μέγιστα είχεν ανάγκην της εμφύτου τρυφερότητος και
νοσηλείας του φύλου της, αντίκρυζε μόνοντα σκληρά όμματα των
αρρένων συναποίκων της. Ουχ ήττον ολίγοι εκ των θεατών είχον
συγκινηθή, πιστεύω, από τους πόνους της. Ο Σάνδης Τίπτων εφρόνει
ότι ήτο κάπως σκληρόν δια την Σάλλην, και εις την σκέψιν περί της
καταστάσεώς της επί στιγμήν ηθέλησε να λησμονήσει μεγαλοψύχως
το γεγονός ότι είχεν ένα άσσον και δύο ατού εις την χειρίδα του.

Πρέπει να σημειωθή, προσέτι, ότι η περίστασις ήτο πρωτοφανής.
Ο θάνατοι δεν ήσαν ποσώς άγνωστοι εις Ρώριν-Καμπ, αλλά
γέννησις ήτο καινοφανές πράγμα. Πολλοί απεπέμφθησαν από το
πόλισμα τελειωτιώς, οριστικώς, και χωρίς να είναι δυνατόν να
επιστρέψωσιν˙ αλλ’ αυτή ήτο η πρώτη φορά καθ’ ην εισήγετό τις
εις αυτό από της πρώτης στιγμής του βίου του. Εντεύθεν η κρατούσα
έξαψις.
̶ Πήγαινε μέσα, Στούμπη, είπεν είς προέχων πολίτης, όστις ωνομάζετο
επι το πομπωδέστερον Κεντούκιος, απευθυνόμενος προς ένα από
τους αργοσχόλους. Πήγαιν’ εκεί μέσα, και ιδέ τι μπορείς να κάμεις.
Έχεις πειραν ς’ αυτά τα πράγματα.

Ίσως και να ήτο κατάληλος η εκλογή. Ο Στούμπης, εις άλλα μέρη,
είχε χρηματίσει οικογενειάρχης εις το διπλούν˙ και χάρις εις
μερικάς παρατυπίας ως προς τα συνοικέσια ταύτα, το Ρώριν-Καμπ,
ως πόλις-άσυλον όπου ήτον, τον είχεν αποκτήσει πολίτην. Το πλήθος
επεκρότησε την εκλογήν, και ο Στούμπης είχε την φρόνησιν να
υποταχθή εις την πλειονοψηφίαν. Η θύρα εκλείσθη οπίσω από τον
αυτοσχέδιον χειρουργόν και μαιευτήρα, και το Ρώριν-Καμπ εκάθισεν
απ’ έξω, εκάπνιζε την πίπαν του, και επερίμενε την έκβασιν…”
................................................................

THE LUCK OF ROARING CAMP

(excerpt)
By Bret Harte (1836-1902)



“THERE was commotion in Roaring Camp. It could not have been a
fight, for in 1805 that was not novel enough to have called together
the entire settlement. The ditches and claims were not only deserted,
but “Tuttle’s grocery” had contributed its gamblers, who, it will be
remembered, calmly continued their game the day that French Pete
and Kanaka Joe shot each other to death over the bar in the front room.
The whole camp was collected before a rude cabin on the outer edge
of the clearing. Conversation was carried on in a low tone, but
the name of a woman was frequently repeated. It was a name familiar
enough in the camp,—“Cherokee Sal.”
Perhaps the less said of her the better. She was a coarse, and, it is
to be feared, a very sinful woman. But at that time she was the only
woman in Roaring Camp, and was just then lying in sore extremity,
when she most needed the ministration of her own sex. Dissolute,
abandoned, and irreclaimable, she was yet suffering a martyrdom
hard enough to bear even when veiled by sympathizing womanhood,
but now terrible in her loneliness. The primal curse had come to her
in that original isolation which must have made the punishment
of the first transgression so dreadful. It was, perhaps, part of the
expiation of her sin, that, at a moment when she most lacked her sex’s
intuitive tenderness and care, she met only the half-contemptuous
faces of her masculine associates. Yet a few of the spectators were,
I think, touched by her sufferings. Sandy Tipton thought it was
“rough on Sal,” and, in the contemplation of her condition, for a
moment rose superior to the fact that he had an ace and two
bowers in his sleeve.
It will be seen, also, that the situation was novel. Deaths were by no
means uncommon in Roaring Camp, but a birth was a new thing.
People had been dismissed the camp effectively, finally, and with
no possibility of return; but this was the first time that anybody had
been introduced ab initio. Hence the excitement.
“You go in there, Stumpy,” said a prominent citizen known as “Kentuck,”
addressing one of the loungers. “Go in there, and see what you kin do.
You’ve had experience in them things.”
Perhaps there was a fitness in the selection. Stumpy, in other climes,
had been the putative head of two families; in fact, it was owing
to some legal informality in these proceedings that Roaring Camp
—a city of refuge—was indebted to his company. The crowd approved
the choice, and Stumpy was wise enough to bow to the majority.
The door closed on the extempore surgeon and midwife, and Roaring
Camp sat down outside, smoked its pipe, and awaited the issue…”
……………………………………………………………………….

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ (1)





Κώστας Κρεμμύδας: «Βασίλης Πολύζος:
Αυτό που βλέπουμε ήταν πάντα παρελθόν
»


Η ομιλία-εισήγηση του Κώστα Κρεμμύδα,
ποιητή και εκδότη του περιοδικούΜανδραγόρας,
για την ποίηση του 
Βασίλη Πολύζου.

Από τα Πρακτικά του 29. Συμποσίου Ποίησης
(2-5 Ιουλίου 2009) με θέμα
Το μοντέρνο στην ποίηση, που κυκλοφόρησαν (2010)
και σε βιβλίο από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.


Αναδημοσίευση από την ιστοσελιδα των εκδόσεων ΑΠΟΠΕΙΡΑ,
(
apopeirates.blogspot.gr), της 1 Ιουνίου 2010, μαζί με
τα σχόλια και το κριτικό σημείωμα του σκηνοθέτη
Μηνά Ταταλίδη, που αναρτήθηκαν εκεί.


ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ


δεν ήταν βέβαια
η τυχερή μου μέρα
αφού παρέπλευσα αβλαβής
τον ανεμόεντα κάβο-Έλιοτ
να στήσω τις πατούσες μου εκατέρωθεν
της μεσημβρίας Γκρήνουιτς
να πάρω πιστοποιητικό
ελεύθερης ναυσιπλοΐας
(«zebra crossing», από τη συλλογή Μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ* και άλλα αμφίδρομα, Απόπειρα, Μάρτιος 2008)
 

Ο Βασίλης Πολύζος σπούδασε Νοµικά και Πολιτικές και Οικονοµικές Επιστήµες. Δικηγορεί
στην Αθήνα. Είναι µέλος της International Bar Association και του Human Rights Institute (Λονδίνο). Διετέλεσε επιµελητής ύλης και παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκποµπής «Ελλάδα δεν είναι µόνο η Αθήνα» (ΕΡΤ-1, 1985–87). Συνεργάστηκε ως υπεύθυνος πολιτιστικού τοµέα στο ραδιοφωνικό σταθµό «Δίαυλος 10» (1987–88). Ήταν επίσης αρχισυντάκτης του περιοδικού Τα Αγροτικά (1983–87), διευθυντής της περιοδικής επιστηµονικής έκδοσης Αγροτικά Θέµατα (1984–85), εκδότης και διευθυντής του µηνιαίου εντύπου Ο Στρέφης (1982–86). Έχει δημοσιεύσει επτά ποιητικές συλλογές και αναρτά με ταχύτητα ποιήματά του στο ιστολόγιο emiliusx.blogspot.

Βιάζομαι να συνοψίσω γρήγορα με κίνδυνο να παραλείψω σημαντικά από όσα πολλά διεκπεραιώνονται ποιητικά στα ορατόρια/moratoria των βιβλίων του Βασίλη Πολύζου, αλλά και μέσω του blogger Αιμίλιου, ενός φιλοπαίγμονος και πολυπράγμονος alter ego του ποιητή Βασίλη Πολύζου. Ο τίτλος που προτάσσω, το ποιητικό απόσπασμα με το σύμβολο του αστεροσκοπείου Γκρίνουιτς/σήμα κατατεθέν της Αγγλίας, προφανώς ο Έλιοτ, η αμφίδρομη τεχνική που θέλει τον Πολύζο να κινείται άλλοτε ανάμεσα σε αναλυτικές επεξηγήσεις, σε λεπτομερείς χρονολογήσεις ποιημάτων, ή σε διαλογική και ηχητική σύνδεση ενίοτε αγγλικής και ελληνικής γλώσσας (Αν θέλεις να παίζεις/ push up the daisies), αλλά πάντοτε σε αυστηρώς αριθμημένα, σχεδόν α-χειροποίητα ποιητικά ανάτυπα, σε χαρτιά ξεχωριστού ειδικού/αισθητικού βάρους: «τυπωμένο σε χαρτί σαμουά/ μύριζε μοσκοσάπουνο ερμής/ πολυκαιρισμένο/ ένα μαγαζί σε δρόμο επαρχιακό/ όπου άνθιζαν οι μασχάλες της Αντωνίας/ με τα ρολά κατεβασμένα/ με τις σακούλες των ματιών γεμάτες/ εδώδιμα και αποικιακά/ αυτό που βλέπουμε ήταν πάντα παρελθόν», ερμηνεύουν ή αποκαλύπτουν τα εργαλεία της ποίησής του. Μαζί και η απαραίτητη διευκρίνιση: «οι λέξεις που σου δόθηκαν/ ήταν ήδη μαραμένες/ κι όμως μου αρέσει άσκοπα/ να τις ανακατεύω» που μπορεί να αξιοποιηθεί ως αυτοσαρκασμός, καυστικό (συνήθως κριτικό και ενίοτε επι-κριτικό χιούμορ), ειρωνεία, ενδόμυχος φόβος αλλά γιατί όχι και γλωσσικό-διανοητικό παιχνίδι του δημιουργού που βιάζεται να εισπράξει την εναντίωση του αναγνώστη, άρα τη δικαίωση. Άλλωστε στην ποίηση του Πολύζου υπάρχει άπλετος ζωτικός χώρος για παρερμηνεία, ερμηνεία, κατανόηση, συμμετοχή και αναζήτηση. Σαφέστατα είναι ένας από τους πλέον διαλεκτικούς ποιητές, αφού επιδιώκει να διαβάζει/να προεκτείνει το υπόλοιπο, το άλλο μισό της ποιητικής του σύλληψης, με τον απέναντί του συμμέτοχο.



Μένω με την απορία του «Αιμίλιος», για τον οποίο υποστηρίζεται βασίμως ότι ήταν ο πρωταγωνιστής στην ποιητική συλλογήDizziland (Εριφύλη, 2001) και εφευρέτης του Ηλιακού ποδηλάτου(Μεταίχμιο 2003). Διατηρώ τη βεβαιότητα της επίδρασης Έλιοτ, και δευτερευόντως Πάουντ, αλλά και της καλλιτεχνικής τους συνύπαρξης που εξακολουθεί να αξιοποιείται από τον Β. Π. Και τα τρία πρόσωπα (Αιμίλιος, Έλιοτ, Πάουντ) συνυπάρχουν στην πρόσφατη συλλογή του Το ταξίδι του Αιμίλιου στην Έρημη Χώρα(εκδ. Εριφύλη, Μάιος 2008). Υποθέτω πως ο ποιητής Κ* της δεύτερης ανάγνωσης στην ομότιτλη συλλογή (Απόπειρα, Μάρτιος 2008) είναι ένας εκ των Κωνσταντίνου Καβάφη και Κώστα Καρυωτάκη που κατά καιρούς συνομιλούν με την ποίηση του Πολύζου. Συμπεραίνω, από τη σημείωση «γωνία Κίμωνος κι Ερμού… Βόλος παιδικός», ως περιβάλλον αρχικής διαμόρφωσης του λόγου του, τον Βόλο. Παραθέτω απόσπασμα από το πρώτο ποίημα με τίτλο «μποτίλια στο πέλαγο?» της συλλογήςΑναμνήσεις προκάτ άνοιξης (Απόπειρα, 2006), με τη βεβαιότητα αυτοβιογραφικών αναφορών: «ο πόλεμος είχε κριθεί στο διπλανό τραπέζι/ πριν από το ξημέρωμα και δεν το πήρα είδηση/ να γραφτώ στον κατάλογο για τα λάφυρα// κι αργότερα με το πρώτο φύσημα του αγέρα/ πέταξαν οι λέξεις απ’ το ανοιχτό βιβλίο/ έπεα πτερόεντα// στ’ αθώα μας χρόνια ήταν αίθριος ο ήχος τους στ’ αυτί/ κι η γεύση του στη γλώσσα μας καβουρντισμένη ζάχαρη//κι όταν ιριδίζαμε ανάλαφρα στο φως/ γέμιζαν ασημένιες φυσαλίδες/ οι παρτιτούρες των κορυδαλλών/ πρωί πρωί γωνία Κίμωνος κι Ερμού […]». Κατά τα λοιπά ένα πλήθος στοιχείων παρεμβάλλονται μεταξύ αναγνώστη και δημιουργού αποκαλύπτοντας όχι επίδειξη αλλά ανάγκη πολλαπλών αναφορών, αναγνωσμάτων, επιρροών (σταματώ εδώ με την κατάχρηση των γενικών). Το 11ο ποίημα από τη συλλογήΜια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ* παραμένει ένας ονομαστικός κατάλογος/προσκλητήριο καλλιτεχνικής συνομιλίας όπως αυτή αποκρυπτογραφείται μέσα στο σώμα της ποίησής του: «εις το όνομα/ Φραγκίσκου Kafka Μπερτόλδου Brecht, Φρειδερίκου Hebbel, Φρίντας Kahlo, Σωτηρίου Dali, Φρειδερίκου Hölderlin, Dylan Thomas,[…] Παύλου, Κωστή Παλαμά, Σαλμάνου Rushdi, Γιώργου Σεφέρη, Ιωάννου Χρυσοστόμου […] Θωμά Stearns Eliot, Γουλιέλμου Shakespeare, δεσμευόμενος «Να ξεπληρώσει με τόκο αβάσταχτο/ ταξίδια που δανείστηκε από παρελθόντες ποιητές». Να συνεκτιμηθεί η χαρτογράφηση της εποχής μας εν μέσω ραδιούργων executives managers, η παράπλευρη παιδοκτονία (ή πατροκτονία;), ο βαρυπάτης αστυνομικός που «θα μοιράζει κλήσεις στα παιδιά του σαββατόβραδου/ που μόνο αυτά διαβάζουν/ τις αλληγορίες των ποδηλάτων» (συνειρμός δικός μου με Εμπειρίκο στον ορισμό της ποίησης ως ανάπτυξης στίλβοντος ποδηλάτου). Τέλος ο στίχος «βγάζοντας απ’ την τσέπη του γιλέκου του/ μια ψόφια κίχλη» μας παραπέμπει στον Σεφέρη, όπως και ο επόμενος, «ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού», που θα πρότεινα να διαβαστεί σε αντιστοιχία με τον «Στρατή Θαλασσινό ανάμεσα στους αγάπανθους», από το Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄: «Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·/ ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!», αλλά και τους αντίστοιχους από τη Συλλογή, Ι του Τάκη Σινόπουλου: «Ήταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια/ τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς/ σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα./ Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα/ Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;» Και ο Πολύζος σπεύδει να ιστορήσει τη συνέχεια στο δεύτερο μέρος της τρίτης ποιητικής ενότητας υπό τον τίτλο «Variazioni» (Παραλλαγές), στο ποίημά του «karaoke club»: «μια νύχτα μόνο μου χάρισε /η Κίρκη στο Graben/ ένα υστερόγραφο φεγγαριού/ στην έρημη φωλιά της αλεπούς/ χαμόγελο ολοκόκκινο/ πίσω από το ριπίδι των δαχτύλων/ στη μέση της σφιχτό ένα ασημένιο φίδι […]


Το φθινόπωρο του 1984 έχοντας την ευθύνη σύνταξης του μηνιαίου περιοδικού Τα Αγροτικά, ζήτησε συνεργασία από τον Ευγένιο Σπαθάρη προτείνοντας ως κεντρικό θέμα «Τα Αγροτικά του Καραγκιόζη», από όπου προέκυψε το ποίημα-διάλογος Πολύζου-Σπαθάρη «Ανάκριση του Καραγκιόζη». Καταγραφή-συμπύκνωση της προοδευτικής κοινωνικοπολιτικής προέλευσης του περίφημου λαϊκού ήρωα:

Όνομα Πατρός: Ξελιγωμένος
Όνομα Μητρός: Πεινασμένη
Το γένος: Λορδοκομείου
Τόπος γεννήσεως: Στη γωνιά στο τζάκι
Επάγγελμα: Χασομέρης
Μπόι: Πρώτο μέγεθος στάμνας ή κιούπι
Σχήμα προσώπου: Τυροτρίφτης
Χρώμα οφθαλμών: Γλαρά
Σχήμα μύτης: Μελιτζάνα αργίτικια
Πλάτη: Καταπιεζόμενη καμπούρα
Οικογενειακή κατάσταση: Τέσσερις κι ο κούκος
Χόμπι: Ξυπόλητος
Προτίμηση φαγητού: Φασόλια
Ακίνητη ιδιοκτησία: Αέρας κοπανιστός
Τεκμήρια: Αγροτικά των εφοπλιστών
Πήγες φαντάρος; Πως, στη Μακρόνησο
Σου αρέσει το Ροκ; Όταν με δέρνουν, το παραχορεύω

Το αναφέρω ως απλό δείγμα μιας άλλης διάστασης, της πολιτικής, χωρίς βεβαίως να ισχυρίζομαι ότι υπερτονίζεται στο έργο του Πολύζου, αλλά και δίχως να μπορεί να παραλειφθεί, δεδομένης της έκδηλης και εμφανούς ευαισθησίας του να επιλέγει να συγχρωτίζει με στίχους του αισθαντικούς «περιμένοντας να κατεβάσουμε τον νεκρό αδελφό μας/ χαζεύαμε τα επάργυρα αγγελάκια στην κορνίζα του ουρανού», στίχους πεισιθάνατους στο ποίημα «Death by air» από την πρόσφατη συλλογή «Το ταξίδι του Αιμίλιου…»: «διαβάζοντας/ καρκινικές επιγραφές τανάπαλιν/ θα θέλαμε να θυμόμαστε το θάνατο/ ως παρήχηση», ποιητικά αποφθεγματικούς: «η μόνη αλήθεια είναι τα χρώματα που αλλάζουν με το φως κάθε στιγμή», να συνδέει δηλαδή τους δυο άξονες της ανθρώπινης ύπαρξης: έρωτας-θάνατος, ζωή-δράση.

Ένα καταιγιστικό κύμα εκφράσεων με χιουμοριστική/(αυτό)σαρκαστική διάθεση που φτάνει να αποδομήσει τα πάντα: Υπέροχοι πλαστικοί άνθρωποι. Με γεωμετρική διάταξη αντιδράσεων. Πειθήνιοι στις προδιαγραφές τους. Απροβλημάτιστοι σαν τρίγωνα ισοσκελή./Λειτουργούν με μπαταρίες και με ρεύμα πόλεως. Εμφορούνται υπό υγιών αρχών… («Homo Plasticus», από τη συλλογή Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια, εκδ. Εριφύλη, 1999). Από την ίδια συλλογή σημειώνω το ποίημα «αλλάζοντας στάση στον ύπνο»: όνειρα πλάτης/ όνειρα δεξιάς πλευράς/ όνειρα αριστερής πλευράς/ στο ταβάνι πάντα ακοίμητος/ ο γλόμπος της εξουσίας// μιλήστε μου για τον ποιητή Ελύτη/ανέκραξε η κυρία Ιουλίτη.

Μια ευφυής μετάπλαση σε ποίηση και εικόνες απλών λέξεων φράσεων προτάσεων, που ταξινομούνται με ακρίβεια τοπιογράφου, παρελαύνουν μέσα από στις σελίδες των βιβλίων του Β. Π. εξιστορώντας συνήθως ή για την ακρίβεια υπογράφοντας ένα νέο κατάστιχο που φιλοδοξεί να συμπεριλάβει όλες τις επί γης ανθρώπινες και ταυτοχρόνως άυλες πράξεις: με το περιεχόμενο, το χρόνο δράσης ή αφήγησης, το ύφος, τη μορφή, να διακτινώνονται μεταξύ πράξεων των Αποστόλων, στίχους του Σοφοκλή από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, το έργο Η Νεκρά Θάλασσα του Θεόφιλου, τους ψαλμούς του Δαβίδ, μέχρι «τα λιγνά βυζάκια/ της ξαδελφούλας του της Έφης/ που δε φόραγε στηθόδεσμο».

Βασίλης Πολύζος
Crail, Kingdom of Fife

φθινόπωρο
σ’ αυτό το θολό νησάκι
απέναντι
φάνηκε τον Ιούλιο το πρώτο φάντασμα
ήταν κοπέλα
μας έγνεφε με τα λιγνά της χέρια
είπε ο μπάρμαν
στρώνοντας στο ποτήρι μου
τον αφρό της μπίρας
με ξύλινη σπάτουλα στον τοίχο το πηδάλιο
δείχνει τα οχτώ σημεία του ορίζοντα σ’ αποστρατεία
το εκκρεμές διφορούμενο
χωρίς λόγο ύπαρξης
ο άνεργος μυγοσυλλέκτης στο ταβάνι
κάποτε ταξίδεψα στην Κρήτη
είπε ο μπάρμαν
ήταν άλλη εποχή
ίσως φούξια
ίσως χρυσοπράσινη
στο παράθυρο προς τη μεριά του δρόμου
στοίχειωσε ασάλευτη παρθένα
ογδοντάχρονη plus
ασημένια περμανάντ μεσοπολέμου
χάρτινα χέρια
χάρτινη ράχη
διαβάζει paperback
ουδέν νεώτερον
από το δυτικόν μέτωπον
το χειμώνα έχουμε εδώ μεγάλη μοναξιά
είπε ο μπάρμαν

(από τη συλλογή 12+1 μοναχικά ποιήματα,
Εριφύλη, 2005)»
3 σχόλια:

areti
 είπε...
"αλλάζοντας στάση στον ύπνο" προκύπτουν ενίοτε όνειρα αυθάδη και μη αναμενόμενα, γοητευτικά επομένως...τέτοιες είναι οι λέξεις του Βασίλη Πολύζου που έχω την τύχη-έστω και διαδικτυακά - να γνωρίζω και που πετυχαίνει αβίαστα το πιο δύσκολο εγχείρημα :να συναρπάζει.

Βασίλη, μπράβο, μπράβο:)
να είσαι καλά!
Apopeiratikos είπε...
Άκρως ενδιαφέρουσα έκδοση 400 περίπου σελίδων με τα πρακτικά του Συμποσίου Ποίησης που είναι βέβαια αξιόλογος πολιτιστικός θεσμός. Και βεβαίως το ίδιο το θέμα του Συμποσίου "Το Μοντέρνο στην Ποίηση" που εξετάζεται με τρόπο σφαιρικό και πολυσχιδή. Το άρθρο του κ.Κρεμμύδα για την ποίηση του Πολύζου διεισδυτικό, με πλήθος αναφορών. Θέλω ακόμη να σημειώσω ιδιαίτερα την προσφορά του κ.Κρεμμύδα ως εκδότη του περιοδικού Μανδραγόρας.
Φίλος Αποπειρατικός
Μηνάς Ταταλίδης είπε...
Παρακολούθσα τις εργασίες του 29ου Συμποσίου και συμφωνώ με τις απόψεις του Κώστα Κρεμμύδα για την ποίηση του Βασίλη Πολύζου.
Τον Φεβρουάριο του 2007 μίλησα για την ποίηση του Βασίλη Πολύζου στη Στοά του Βιβλίου, στην παρουσίαση του βιβλίου του "αναμνήσεις προκάτ άνοιξης" που εκδόθηκε από την Απόπειρα. Μαζί μου μίλησαν για τον ποιητή και η Νίκη Ζορμπά, η Έλενα Κυρίτση, ο Σταύρος Σταυρόπουλος και ο Βασίλης Χατζηιακώβου.
Επιτρέψτε μου να παραθέσω μερικά αποσπάσματα από την ομιλία μου εκείνη:
..............................



"Πρέπει να τονισθεί εδώ ότι η ποιητική γλωσσοπλαστική δράση του ποιητή Βασίλη Πολύζου συνιστά ταυτόχρονα και την «πυρηνική σύντηξη» της ίδιας της γλώσσας. Τοιουτοτρόπως αναγεννάται η γλώσσα από το ίδιο το σώμα της κάθε φορά με διαφορετική φυσιογνωμία αλλά πάντοτε ρωμαλέα και γοητευτική. Ουσιαστικά πρόκειται για διαπλάτυνση των ορίων της σκέψης αυτής καθ’ αυτής. Εξάλλου ο γνωστός γλωσσολόγος και στοχαστής Νόαμ Τσόμσκυ επιβεβαίωσε με επιστημονικές μεθόδους ότι τα όρια της γλώσσας και της σκέψης ταυτίζονται. Με άλλα λόγια φτωχή γλώσσα ίσον φτωχή σκέψη.
………………………………………………………………………
Δεν τυχαίνει συχνά ένα ποιητικό έργο να περιέχει μέσα του και στοιχεία αυτοαναλυτικά χωρίς να προδίδει κατ΄ελάχιστον τη μουσική του, τον εσωτερικό του ρυθμό, την απαράμιλλη ευστοχία και συστοιχία των εννοιών του με την ρέουσα πραγματικότητα. Η ποίηση του Βασίλη Πολύζου συνδιαλέγεται συνάμα και με την ιστορία αλλά όχι κεντρικά. Οι παράμετροι της ιστορίας είναι που έχουν μεγαλύτερη σημασία και όχι τα κομβικά της σημεία.

Εξάλλου στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας περιγράφονται πειστικότερα τα σημεία των όποιων ενδείξεων και αποδείξεων για το πνεύμα και τον τόνο μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Παραθέτω ευθύς αμέσως, από τη συλλογή που παρουσιάζεται απόψε στίχους από το ποίημα karaoke club:

ήσυχα που αναπνέει η Κλεοπάτρα
η κλίνη της ευωδιαστός κέδρος του Λιβάνου
τα σεντόνια της κεντημένοι κρίνοι
επιθαλάμια μιξολύδια
ωριμάζουν στη σκοτεινιά της

Ο,τι θα ονομάζαμε προσωπική μυθολογία περνάει αναγκαστικά από τη μεθοδολογία της ενδελεχούς παρατήρησης των γεγονότων, της συγκριτικής τους ανάλυσης και, τέλος, από την κατασκευή ενός συστήματος εικόνων και δράσεων που λειτουργούν αναγωγικά σε σχέση με την βαθύτερη ουσία των εξεταζομένων θεμάτων.

Στον πυρήνα κάθε μύθου ο προσεκτικός ερευνητής θα ανακαλύψει εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που συνυπάρχουν και στις μυθολογίες διαφορετικών περιοχών και εποχών. Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα από τον Levis Strauss αλλά και τον Sir James George Frazer.

Η ποιητική μυθολογική διάσταση του Βασίλη Πολύζου αντανακλάται όμως εξίσου δημιουργικά και στο σημαντικότατο για τον άνθρωπο πεδίο του ερωτισμού. Η εγκαθίδρυση της συμβολικής τάξης στο επίπεδο των ερωτικών επιθυμιών, ακόμη και αν δεν είχε προκύψει ως εξελικτικός παράγοντας της λιμπιντικής ορμής θα έπρεπε να είχε εφευρεθεί. Κι αυτό γιατί θα έπρεπε να ικανοποιηθεί κάπως ανέξοδα η ταυτότητα έρωτα και θανάτου (όταν ο έρωτας δείχνει το αληθινό του πρόσωπο). Από το ποίημα ραψωδία rap της συλλογής αναμνήσεις προκάτ άνοιξης διαβάζουμε:

μια ραψωδία rap μπορεί ο καθένας
Από το φινιστρίνι του υπογείου ν΄ανεβάσει
Σκουπίζοντας το ταγγισμένο φως με την παλάμη
Θα δει τη λιτανεία των πελμάτων
Θα χαρεί τη σιωπηλή εποποιία των γοφών.
Ίσως περάσει αργότερα κι η Julia Roberts
Ευωδιάζοντας σιτρόν και άγριο γιασεμί.
………………………………………………………………..
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι η συλλογή αναμνήσεις προκάτ άνοιξης που παρουσιάζεται απόψε είναι ένα ταξίδι ζωής και θανάτου. Μία σύγχρονη Οδύσσεια όπου διακυβεύονται τα πάντα, οι αξίες και οι παρακαταθήκες του ανθρωπίνου γένους, με στόχο να καταπλεύσουμε κάποτε στην Ιθάκη του πραγματικού ανθρώπου…
………………………………………………………………………..
Μηνάς Ταταλίδης, σκηνοθέτης
2 Ιουνίου 2010 8:05 μ.μ.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
(από πάνω πρας τα κάτω):

Ο Κώστας Κρεμμύδας στη Στοά του Βιβλίου (28.4.2011)
 στην παρουσίαση του βιβλίου Κρεολή Σελήνη

Ο Βασίλης Πολύζος στο βιβλιοπωλείο Ιανός (27.6.2008)
στην παρουσίαση του βιβλίου
μια δεύτερη  ανάγνωση του ποιητή Κ* και άλλα αμφίδρομα
Ο Μηνάς Ταταλίδης στη Στοά του Βιβλίου (7.2.2007)
στην παρουσίαση του βιβλίου
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Εκ Διζιλάνδης


-------------

ΕΚΤΑΚΤΟ!


Τα τέλη δεν έχουν τέλος
είπε ο Αιμίλιος
-------------



Ο άνθρωπος από τη Διζιλανδη
ένα ντοκιμαντέρ του Μηνά Ταταλίδη
για τον Βασίλη Πολύζο
φιλίας ένεκεν

www.youtube.com/watch?v=VReX7mHFv4c



ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
(με τη σειρά του έργου)

Βασίλης Πολύζος – διαβάζει απόσπασμα από το ποίημα άμωμοι εν οδώ?
(DIZZILAND, ΕΡΙΦΥΛΗ 2001)
Αγνή Στρουμπούλη - Βασίλης Πολύζος


(από συνέντευξη 27.4.2007 στη ραδιοφωνική εκπομπή της Αγνής Στρουμπούλη


Δρόμο παίρνει Δρόμο αφήνει, Ρ/Σ Φιλία, ΕΡΤ )
Αντώνης Ρουπακιώτης, ομιλία στη Στοά του Βιβλίου (απόσπασμα)
Βασίλης Λαλιώτης, ομιλία στη Στοά του Βιβίου (απόσπασμα)
Κώστας Κρεμμύδας, από την ομιλία στο 29 Συμπόσιο Ποίησης
και απόσπασμα από το ποίημα zebra crossing (μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ*
και άλλα αμφίδρομα, ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2008)
Βασίλης Πολύζος, απόσπασμα από το ποίημα αλλόκοτα όντα στο εκθετήριο


(DIZZILAND, ΕΡΙΦΥΛΗ 2001)
Νίκος Δεληβοριάς, ομιλία στη Στοά του Βιβλίου (απόσπασμα)
Θανάσης Κοσμίδης, ομιλία στη Στοά του Βιβλίου) (απόσπασμα}
Βασίλης Πολύζος, απόσπασμα από το ποίημα έξοδος


(DIZZILAND, ΕΡΙΦΥΛΗ 2001)
από την εκδήλωση Ποιητική Βραδιά Μανδραγόρα 12.11.2008
Μαρία Ροδοπούλου – διαβάζει το ποίημα Ρουέν


(Ηλιακό Ποδήλατο, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003)
Έλενα Κυρίτση, ομιλία στη Στοά του Βιβλίου (απόσπασμα)
Βασίλης Πολύζος, απόσπασμα από το ποίημα Crail, Kingdom of Fife


(12+1 μοναχικά ποιήματα, ΕΡΙΦΥΛΗ 2005)
Βασίλης Χατζηϊακώβου, στη Στοά του Βιβλίου
απόσπασμα από το ποίημα Ηλιογραφήματα


(Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια, ΕΡΙΦΥΛΗ 1999)
Βασίλης Πολύζος, διαβάζει το ποίημα exposure


(12+1 μοναχικά ποιήματα, ΕΡΙΦΥΛΗ 2005)
Νίκη Ζορμπά, απόσπασμα από ομιλία στη Στοά του Βιβλίου
Βασίλης Πολύζος
, διαβάζει το ποίημα Μελπομένη εν πλώ
(Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια, ΕΡΙΦΥΛΗ 1999)
Σταύρος Σταυρόπουλος, ομιλία στη Στοά του Βιβλίου (απόσπασμα)
Βασίλης Πολύζος, διαβάζει απόσπασμα από το ποίημα flashback


(μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ*, ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2008)
Μηνάς Ταταλίδης, ομιλία στη Στοά του Βιβλίου (απόσπασμα)
Βασίλης Πολύζος
, διαβάζει απόσπασμα από το ποίημα μαδριγάλι
(Ηλιακό Ποδήλατο, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003)
Μαρία Ροδοπούλου, διαβάζει το ποίημα Ματίλντα


(Μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ*, ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2008)


Σημείωση: Τα ποιήματα του Βασίλη Πολύζου που διαβάζει η Μαρία Ροδοπούλου
είναι από την εκπομπή της 60 λεπτά στην αρένα των λέξεων
(1.4.2009) στο διαδικτυακό ραδιόφωνο radio chimeres.gr

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

BREAKING NEWS! Η Standard & Poor’s υποβάθμισε το νόμισμα της Διζιλάνδης!



ΔΙΖΙΛΑΝΔΗ

Παγκόσμια αναστάτωση προκαλεί η υποβάθμιση
του νομίσματος της Διζιλάνδης, στην οποία προχώρησε
αιφνιδιαστικά απόψε η Standard & Poor’s.
Ως γνωστόν, το νόμισμα αυτό ισχύει χωρίς κλυδωνισμούς
από το έτος 216, όταν το έθεσε για πρώτη φορά
σε κυκλοφορία ο Αιμίλιος-Emilius σε χρυσή και χάλκινη έκδοση
(δείτε εικόνα επάνω).

Ζητήσαμε ένα σχόλιο από τον Αιμίλιο, ο οποίος παραθερίζει μεν,
αλλά δέχτηκε να μας μιλήσει από το κινητό του.

Μας δήλωσε επί λέξει τα εξής:
Τους έγραψα και τους γράφω συνεχώς.
Παρατηρώ όμως, ότι δεν πιάνει το μελάνι!

Και συνέχισε με ένα σύντομο στιχάκι:

Θα δώσουν στο ζητιάνο
μια ευχή παραπάνω
στο γύφτο με την αρκούδα
δυο κάλπικα σκούδα.

Από τον Ταχυδρόμο της Διζιλάνδης
7 Αυγούστου 2011
έκτακτο βραδινό δελτίο

(του ανταποκριτή μας Βασίλη Πολύζου)

Χρυσό και χάλκινο νόμισμα της Διζιλάνδης
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Τα καλοκαίρια του Αιμίλιου (3): Στη Jumièges, στο κρησφύγετο της κοντέσας de Cagliostro









ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ !

του ανταποκριτή μας Βασίλη Πολύζου
Jumieges, 2.8.2011

Όπως έίναι γνωστό, στα 1924 ο Maurice Leblanc, πατέρας
του πασίγνωστου αρχιλωποδύτη, αλλά και γνωστού ελεήμονος
και ευεργέτη Arsene Lupin, συνάντησε στην κωμόπολη Jumieges
της βόρειας Γαλλίας τη διαβόητη κοντέσα Καλιόστρο
(La Comptesse de Cagliostro) με την οποία συνέζησε
εν παρανομία και κραιπάλη για ένα ολόκληρο έτος.
Οι συναντήσεις των δύο εραστών πραγματοποιούνταν
στο σπίτι όπου διέμενε εκείνο το χρόνο ο Maurice,
αλλά και στον κήπο του ερειπωμένου αββαείου της Jumieges.

Το καλοκαίρι του 1925 η Καλιόστρο εγκατέλειψε άσπλαχνα
τον Μωρίς, φεύγοντας νύχτα για τη Διζιλάνδη, όπου και εγκαταστάθηκε,

και τότε εκείνος έγραψε τον επίλογο της ιστορίας
τον οποίο και δημοσιεύω κατωτέρω, κυρίως για τους γαλλομαθείς.

Αλλά η ιστορία της κοντέσας Καλιόστρο
δεν τελειώνει εδώ. Ο πραγματικός επίλογος γράφτηκε
από τον Αιμίλιο, τον Άνθρωπο από τη Διζιλάνδη.
Υπήρχαν φήμες, ότι η κοντέσα εμφανιζόταν κάποιες
περίεργες ώρες στον κήπο του αββαείου. Το μυστήριο
ανέλαβε να διαλευκάνει ο δαιμόνιος Αιμίλιος, ο οποίος
το περασμένο καλοκαίρι μετά από επίμονη έρευνα
κατόρθωσε να συναντήσει την κοντέσα Καλιόστρο
στο κρησφύγετό της (δείτε φωτογραφίες επάνω) .


La Comtesse de Cagliostro/Épilogue
by Maurice Leblanc
1924

Épilogue
Comme le supposait bien Raoul, tout le vaste système d’intrigues tendu pour la capture du trésor fabuleux, resta dans l’ombre. Le suicide de Beaumagnan, les aventures de la Pellegrini, la personnalité mystérieuse de la comtesse de Cagliostro, sa fuite, le naufrage du Ver-Luisant, autant de faits divers que la justice ne put pas ou ne voulut pas relier les uns aux autres. Le mémoire du cardinal-archevêque fut détruit ou disparut. Les associés de Beaumagnan se désunirent et ne parlèrent pas. On ne sut rien.

À plus forte raison, le rôle de Raoul, dans toute cette affaire, ne pouvait être soupçonné et son mariage passa inaperçu. Par quel prodige réussit-il à se marier sous le nom de vicomte d’Andrésy ? Sans doute doit-on attribuer ce tour de force aux moyens d’action formidables que lui donnaient les deux poignées de pierres précieuses prélevées sur le trésor. Avec cela… on achète bien des complicités.

Et c’est de même ainsi évidemment que le nom de Lupin se trouva un jour escamoté. Sur aucun registre d’état civil, sur aucune pièce authentique, il ne fut plus question d’Arsène Lupin, ni de son père Théophraste Lupin. Légalement, il n’y eut plus que le vicomte Raoul d’Andrésy, lequel vicomte partit en voyage à travers l’Europe avec la vicomtesse, née Clarisse d’Étigues.

Deux événements marquèrent cette époque. Clarisse mit au monde une fille qui ne vécut point. Et, quelques semaines plus tard, elle apprenait la mort de son père.

Godefroy d’Étigues, en effet, et son cousin Bennetot périrent au cours d’une promenade en barque. Accident ? Suicide ? Les deux cousins, dans les derniers temps de leur vie, passaient pour fous, et l’on admit généralement qu’ils s’étaient tués. Il y eut aussi la version du crime, et l’on s’entretint d’un yacht de plaisance qui aurait coulé la barque et se serait enfui. Mais point de preuve.

En tout état de cause, Clarisse ne voulut pas toucher à la fortune de son père. Elle en fit don à des institutions de charité.

Des années encore s’écoulèrent, années charmantes et insouciantes.

Raoul tenait l’une des promesses qu’il avait faites à Clarisse : elle fut profondément heureuse.

L’autre promesse, il ne la tint pas : il ne fut pas honnête.

Cela, il ne le pouvait pas. Il avait dans le sang le besoin de prendre, de combiner, de mystifier, de duper, de s’amuser aux dépens d’autrui. Il était, d’instinct, contrebandier, flibustier, maraudeur, pirate, conspirateur, et surtout chef de bande. En outre, à l’école de la Cagliostro, il s’était rendu compte, avec un certain orgueil, des qualités vraiment exceptionnelles qui le mettaient hors de pair. Il croyait à son génie. Il s’attribuait des droits à une destinée fantastique, en opposition avec la destinée de tous les hommes qui vivaient en même temps que lui. Il serait au-dessus de tous. Il serait le maître.

À l’insu donc de Clarisse et, sans que jamais la jeune femme eût le moindre soupçon, il monta des entreprises et réussit des affaires où, de plus en plus, s’affirma son autorité et se développèrent ses dons réellement surhumains.

Mais avant tout, se disait-il, le repos et la félicité de Clarisse ! Il respectait sa femme. Qu’elle fût et qu’elle se sût l’épouse d’un voleur, cela il ne l’admit pas.

Leur bonheur dura cinq ans. Au début de la sixième année, Clarisse mourut des suites d’une couche. Elle laissait un fils appelé Jean.

Or, le surlendemain, ce fils disparut, sans que le moindre indice permît à Raoul de découvrir qui avait pu pénétrer dans la petite maison d’Auteuil qu’il habitait ni comment on avait pu y pénétrer.

Quant à savoir d’où le coup provenait, là-dessus aucune hésitation. Raoul, qui ne doutait pas que le naufrage des deux cousins n’eût été provoqué par la Cagliostro, Raoul qui, depuis, avait appris en outre que Dominique était mort empoisonné, Raoul considéra comme établi que la Cagliostro avait organisé l’enlèvement.

Son chagrin le transforma. N’ayant plus ni femme ni fils pour le retenir, il se jeta résolument dans la voie où l’entraînaient tant de forces. Du jour au lendemain, il fut Arsène Lupin. Plus de réserve. Plus de ménagements. Au contraire. Du scandale, des provocations, de l’arrogance, un étalage de vanité et de gouaillerie, son nom sur les murs, sa carte de visite dans les coffres-forts : Arsène Lupin, quoi !

Mais, que ce fût sous ce nom, ou sous les noms divers qu’il s’amusait à prendre, qu’il se fît appeler comte Bernard d’Andrésy (il avait dérobé les papiers d’un cousin de sa famille, mort à l’étranger) ou Horace Velmont, ou colonel Sparmiento, ou duc de Charmerace, ou prince Sernine, ou don Luis Perenna, toujours et partout, au milieu de tous ses avatars et sous tous les masques, il cherchait la Cagliostro, et il cherchait son fils Jean.

Il ne retrouva pas son fils. Il ne revit jamais Joséphine Balsamo.

Vivait-elle encore ? Osait-elle se risquer en France ? Continuait-elle à persécuter et à tuer ? Devait-il admettre, en ce qui le concernait, que la menace éternellement dirigée contre lui, depuis la minute même de la rupture, aboutirait à quelque vengeance plus cruelle que l’enlèvement de son enfant ?

Toute la vie d’Arsène Lupin, folles entreprises, épreuves surhumaines, triomphes inouïs, passions démesurées, ambitions extravagantes, tout cela devait se dérouler avant que les événements lui permissent de répondre à ces questions redoutables.

Et ainsi se fait-il que sa première aventure se renoua, plus d’un quart de siècle après, à ce qu’il lui plait de considérer aujourd’hui comme sa dernière aventure.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Τα καλοκαίρια του Αιμίλιου (2): Στη Σίντρα, Je cherche après Mathilde, Camões, Byron




The Summer in Sintra – Je cherche après Mathilde
του Βασίλη Πολύζου

The town was already described in the 11th century by the Arab geographer Al-Bacr and later by the poets Luís de Camões and Lord Byron (Childe Harold's Pilgrimage)
In 1809 Lord Byron wrote to his friend Francis Hodgson, "I must just observe that the village of Cintra in Estremadura is the most beautiful in the world”
(From Wikipedia)

Βασίλης Πολύζος
Ματίλντα

Η Ματίλντα, the flower-eater,
η ξεναγός των πλανόδιων μουσικών,
μου γνέφει ένα χτυποκάρδι,
ένα ταξιδιάρικο φιλί στην άκρη των δαχτύλων της.

Ρίχνει στο δεξί της ώμο μια πλεξούδα ηλιαχτίδες,
τιτιβίζει κρυστάλλινα γελάκια,
ποζάρει Ρίτα Χέιγουορθ – Μπριζίτ – Ναστάζια – Οφηλία,
σαϊτεύει ίσια στην καρδιά μου.

Λέει,
σήμερα δε με νοιάζει ν’ αφήσω τ’ άρωμά μου
στα σεντόνια του Arundel Hotel,
να σου χαρίσω όλα τα fados που φωλιάζουν στην κιθάρα μου
την Ημέρα των Ψυχών θα ’μαι φρόνιμη στη Σίντρα.

Η Ματίλντα πέταξε τα σαντάλια της
και τρέχει ξυπόλυτη στο πάρκο.
Τα μαλλιά της ιππεύουν τον άνεμο.
Μες στο ριχτό μπλουζάκι της
παίζουν ragtime δυο περιστέρια.
Στο θρόισμα των ποδιών της
ανθίζουν πυρκαγιές τα flamingos.

Στην κυριακάτικη εξέδρα ο ζογκλέρ
κρατάει για χάρη της ακίνητα στον αέρα
εφτά κουρδιστά καναρίνια.
Ύστερα με μιαν αδιόρατη κίνηση την εξαφανίζει.

Από το βιβλίο Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια
εκδ. Εριφύλη 1999

Luis Vas de Camões (1524-1580)
A sonnet
On Revisiting Cintra after the Death of Catarina

APPAREL of green woods and meadows gay;
Clear and fresh waters innocent of stain,
Wherein the field and grove are found again,
As from high rocks ye take your downward way;
And shaggy peaks, and ordered disarray
Of crags abrupt, know that ye strive in vain,
Till grief consent, to soothe the eye of pain,
Shown the same scene that Pleasure did survey.
Nor as erst seen am I beheld by you,
Rejoiced no more by fields of pleasant green,
Or lively runnels laughing as they dart;
Sown be these fields with seed of ruth and rue,
And wet with brine of welling tears, till seen
Sere with the herb that suits the broken heart.
--Translated by Richard Garnett

George Gordon Byron
from Childe Harold's Pilgrimage (XIV. - XXX.)

XIV.
On, on the vessel flies, the land is gone,
And winds are rude in Biscay's sleepless bay.
Four days are sped, but with the fifth, anon,
New shores descried make every bosom gay;
And Cintra's mountain greets them on their way,
And Tagus dashing onward to the deep,
His fabled golden tribute bent to pay;
And soon on board the Lusian pilots leap,
And steer 'twixt fertile shores where yet few rustics reap.

XV.
Oh, Christ! it is a goodly sight to see
What Heaven hath done for this delicious land!
What fruits of fragrance blush on every tree!
What goodly prospects o'er the hills expand!
But man would mar them with an impious hand:
And when the Almighty lifts his fiercest scourge
'Gainst those who most transgress his high command,
With treble vengeance will his hot shafts urge
Gaul's locust host, and earth from fellest foemen purge.
……………………………………………………………………………..
XVIII.
Poor, paltry slaves! yet born midst noblest scenes -
Why, Nature, waste thy wonders on such men?
Lo! Cintra's glorious Eden intervenes
In variegated maze of mount and glen.
Ah me! what hand can pencil guide, or pen,
To follow half on which the eye dilates
Through views more dazzling unto mortal ken
Than those whereof such things the bard relates,
Who to the awe-struck world unlocked Elysium's gates?
……………………………………………………………………………
XXVI.
And ever since that martial synod met,
Britannia sickens, Cintra, at thy name;
And folks in office at the mention fret,
And fain would blush, if blush they could, for shame.
How will posterity the deed proclaim!
Will not our own and fellow-nations sneer,
To view these champions cheated of their fame,
By foes in fight o'erthrown, yet victors here,
Where Scorn her finger points through many a coming year?
………………………………………………………………………….

Ψ'αχνοντας για τη Ματίλντα στη Σίντρα
φωτογραφία του Βασίλη Πολύζου 1998

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Τα ποιήματα που ακούγονται στον “Άνθρωπο από τη Διζιλάνδη”: 2. αλλόκοτα όντα στο εκθετήριο / twisted days




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
αλλόκοτα όντα στο εκθετήριο
http://www.youtube.com/watch?v=VReX7mHFv4c
Οι λέξεις που ξόδεψα ασυλλόγιστα
άφησαν μαύρες τρύπες στη μνήμη μου.
Ίσως και να μην ωφελούσαν•
ίσως να προσποιούμαι πως δεν καταλαβαίνω
το θρόισμα πίσω απ’ τις κλεισμένες πόρτες.

Δεν είχα ονόματα να τους αναγνωρίσω.
Μπορεί και να ‘ταν οι ίδιοι που συνάντησα
παίρνοντας το λεωφορείο στις οχτώ και τέταρτο
καμωμένοι με ψαλίδι και χρυσόχαρτο,
οι ίδιοι που με χαιρετούσαν μέσα από τη γόνδολα
στο μεγάλο κανάλι προ αμνημονεύτων
ψάχνοντας τη Βενετιά για βελόνια
κι οι ίδιοι στις πιρόγες αναπλέοντες τον ποταμό Ζαμβέζη,
ο Δούκας Σιγισμούνδος ο Παχύς της Κάτω Σαξονίας,
ο επονομασθείς Faccia di Culo
κι ο Επίσκοπος Μποτόλφος –ballerina assoluta-
χορεύοντας στη μίτρα του δυο χρυσά φίδια
κι η αυστηρή Παρθένος με την ξύλινη κοιλιά
κι ο μύωπας φαρμακοτρίφτης που ετοίμασε
τα καταπότια της Ιουλιέτας μου
κι ο γελαστός μου γείτονας της Κυριακής,
με τους αγκώνες του πάνω στο φράχτη,
που πάει η γλώσσα του ροδάνι, εξηγώντας
το υπερούσιο της Mitsubishi.

Ποια να ‘ναι η θερμοκρασία των χρωμάτων τους;
Καθώς μου γνέφουν μέσα απ’ τον καθρέφτη
δεν έχω ονόματα να τους αναγνωρίσω.

αλλόκοτα όντα στο εκθετήριο
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από τη συλλογή DIZZILAND, εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 2001

twisted days
ένα εικαστικό σχόλιο του Βασίλη Πολύζου 2011

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Το τραγούδι που ακούγεται στον "Ανθρωπο από τη Διζιλάνδη": Hanging Johnny (versus Τζώνη?)






http//www.youtube.com/watch?v=VReX7mHFv4c




Hanging Johnny


{Σημείωση:
Παραδοσιακό εγγλέζικο ναυτικό τραγούδι (sea shanty),
από την εποχή των ιστιοφόρων .
Οι στίχοι του έχουν χρησιμοποιηθεί ως εισαγωγή
στο ποίημα μποτίλια στο πέλαγος
(Αναμνήσεις Προκάτ Άνοιξης, Εριφύλη 2006)
Τα shantieschanties) τα τραγουδούσαν οι vαυτικοί
την ώρα της δουλειάς, λ.χ. όταν τραβούσαν τα σκοινιά
(σ’ αυτό οφείλεται, ίσως, και ο τίτλος αυτού του τραγουδιού).
Μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω στη συνέχεια
και το γνωστό ποίημα του Νίκου Γκάτσου Ο Τζώνης ο Μπόγιας.
Η σχέση με το Hanging Johny είναι (κατά τη γνώμη μου) φανερή.
Όχι μόνο στο όνομα (Johnny – Τζώνης), ή στη γενική σύλληψη
της αφήγησης, αλλά και στις λεπτομέρειες (mother,sister, brother
κρέμασε ο Johnny -αδέρφια και μάννα έσφαξε και ο Τζώνης
του Νίκου Γκάτσου!). Κατά τα λοιπά:
away – ay – i – o !
χάϊχο χάϊχο !
Αυτά. Χωρίς άλλο σχόλιο.}
Βασίλης Πολύζος 13.6.2011

Hanging Johnny

O they call me Hanging Johnny
(Away – ay – i – o)
But I never hanged nobody.
(So – hang – boys – hang)

O they say I hanged me granny
(Away – ay – i – o)
And then me lovesick Annie.
(So – hang – boys – hang)

O they say I hanged me mother
(Away – ay – i – o)
And me sister and me brother.
(So – hang – boys – hang)

O they say I hang for money
(Away – ay – i – o)
But hanging isn’t funny.
(So – hang – boys – hang)

O we’ll hang and hang together
(Away – ay – i – o)
We’ll hang for better weather.
(So – hang – boys – hang)

O a rope, a beam, a ladder
(Away – ay – i – o)
I’ll hang you all together.
(So – hang – boys – hang)


Ο Τζώνης ο Μπόγιας
του Νίκου Γκάτσου

Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τους φίλους μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.

Αγόρασα πιστόλι
από παλιό φονιά
και πήγα στ΄ Αργοστόλι
και στην Κεφαλονιά.

Γελούσε η πολιτεία
στην ήσυχη βραδιά
και στη μικρή πλατεία
φωνάζαν τα παιδιά.

Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τ΄ αδέλφια μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.

Δε με κεράσαν ούζο
δε μου ΄δωσαν κρασί
τότε άρχισα να σκούζω
και μ΄ άκουσες κι εσύ.

Κουβέντες δεν σηκώνω
δεν παίρνω διαταγές
το σπίτι μου κλειδώνω
κι αρχίζω τις σφαγές.

Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τη μάννα μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Η ποιήτρια Κασσιανή, ο Πέτρος Πελοποννήσιος και ο Μανώλης Χατζημάρκος














ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

Το ποίημα της Κασσιανής «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις
περιπεσούσα γυνή», ως μουσικό έργο της βυζαντινής
μουσικής, μας παραδόθηκε από τον μεγάλο μελοποιό
του 18ου αιώνα τον Πέτρο Πελοποννήσιο
τον Λαμπαδάριο (θ. 1777).
Όπως έχει σωστά γραφτεί, «ο Πέτρος εφιλοτιμήθη
να συναγωνισθή την ποιητικήν τέχνην με την τέχνην
της μουσικής».
Το έργο θεωρείται κλασικό.
Δημοσιεύω σήμερα παραπάνω το μέλος αυτό
στην έξοχη σύντμηση και μεταγραφή του
από τον Μανώλη Χατζημάρκο,
τον μέγιστο των ψαλτάδων, κατά την άποψή μου,
από το βιβλίο του «Μελωδική Ανθοδέσμη».