Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις προκάτ άνοιξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις προκάτ άνοιξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Βασίλης Πολύζος, karaoke club




κaraoke club

όνειρο πρώτο
αυτές είναι μέρες
βαδίζω πάνω στα γαλανά νερά
και δε βουλιάζω
η θάλασσα με κρατάει
χωρίς κόπο στην παλάμη της
παίζοντας τον αφρό
pianissimo
στα βλέφαρά μου


ήσυχα που ανασαίνει η Κλεοπάτρα
η κλίνη της ευωδιαστός κέδρος του Λιβάνου
τα σεντόνια της κεντημένοι κρίνοι
επιθαλάμια μιξολύδια
ωριμάζουν στη σκοτεινιά της


πολλά τα έτη της Αυγούστης
γενεές γενεών τη βάδισαν
ντυμένες βύσσο και πορφύρα
η επιθυμία της κεχρυσωμένη εν χρυσίω
και λίθω τιμίω
η επιθυμία της ιδρωμένο χόρτο
κιννάμωμον
θυμίαμα αρωμάτων


τι ωφελήσει με
εάν κερδίσω την ψυχή μου
και απολέσω τον καλπασμό των κυμάτων της;
ich reite so spät


μια νύχτα μόνο μου χάρισε
η Κίρκη στο Graben
ένα υστερόγραφο φεγγαριού 
στην έρημη φωλιά της αλεπούς
χαμόγελο ολοκόκκινο
πίσω από το ριπίδι των δαχτύλων
στη μέση της σφιχτό ένα ασημένιο φίδι
σαν βγήκαμε απ’ το Café Hawelka


θα φτάσει είπε το σώμα σου
στο
δέλτα
της κοιλάδας μου
όρθιος
κύκνος
κι ύστερα με το λαιμό του τσακισμένο
θα τον σφουγγίσω με τους πλοκάμους μου
θα σου αποδώσω νεκρικές τιμές
 

karaoke
club


ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

karaoke club

μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011
 

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού




Κώστας Κρεμμύδας:
"Βασίλης Πολύζος:
Αυτό που βλέπουμε ήταν πάντα παρελθόν"
(απόσπασμα)
{Από τα Πρακτικά του 29. Συμποσίου Ποίησης 
(2-5 Ιουλίου 2009) με θέμα Το μοντέρνο στην ποίηση,που κυκλοφόρησαν (2010) σε βιβλίο από τις 
εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα}


«ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού»
, θα πρότεινα 
να διαβαστεί σε αντιστοιχία με τον «Στράτη Θαλασσινό
ανάμεσα στους αγάπανθους», από το Ημερολόγιο
καταστρώματος Β΄
:
 «Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια
της Κίρκης·/ ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου
Ελπήνωρ!»,  αλλά και τους  αντίστοιχους από τη Συλλογή, Ι
του Τάκη Σινόπουλου: «Ήταν  αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι
στα μαύρα κυπαρίσσια/ τυφλός  από τον ήλιο και τους
στοχασμούς/ σκαλίζοντας την άμμο  μ’ ακρωτηριασμένα
δάχτυλα./ Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή:
Eλπήνορα/ Eλπήνορα πώς βρέθηκες  ξάφνου σ’ αυτή
τη χώρα;»





                          ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
              
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
                                       Γ΄
                                
variazioni

           
α. το σπιτάκι πάνω στο δέντρο

                                         a bird twittering after storm,
                                                  
happy that its little foolish life
                                                 
has fluttered out of reach
                                                          
James Joyce, Giacomo Joyce, XI.

ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού
ερυθρόμορφος κρατήρας Brirish Museum
κρατούσε τόσα σφυρίγματα στα χείλη του παιδιόθεν
                   
σφύριζε σκοπούς- λιακάδα
                                        και σκοπούς-βροχή
                                                     σκοπούς-αμπέλια
                    και θημωνιές στην απανεμιά

σφύριζε σκαντζόχοιρους
και σαλιγκάρια
και μικρές χελώνες πριν να δέσει το καύκαλό τους
και τα λιγνά βυζάκια
της ξαδερφούλας του  της Έφης
που δε φόραγε στηθόδεσμο

και μια φορά σαν ταξίδεψε
                                                          στην Άπω Ανατολή
σφύριξε μιαν απέραντη θάλασσα
κι ένα κοπάδι κυματοειδή δελφίνια

                    ήδη στα δεκαοχτώ του
                    η τέχνη του ήταν τέλεια
                   
κλείνοντας με τα δάχτυλα τα βλέφαρά του
                      μπορούσε να σφυρίξει
                                            άρρητα χρώματα
πέρα απ’ το οπάλι                     πέρα απ’ τον σαρδόνυχα
                        πέρα απ’ το αίμα των ρουμπινιών          
πέρα απ’ τον τυφλό θυμό του κίτρινου
                                 
μπορούσε να σφυρίξει
                                  απαλούς αμμόλοφους
                    που σκλήραιναν στο άγγιγμα του έρωτα
                   
κι ύστερα
                    βουλώνοντας με τις γροθιές τ’ αυτιά του
                    σφύριζε τον ερχομό της καταιγίδας

έτσι ένα πρωί
                      μετά
                            την
                                 εις
                                     άδου
                                          κάθοδον
σφύριξε εκ του μηδενός ένα δέντρο θεόρατο
                    κι απάνω του ένα ξύλινο σπιτάκι
                   
σαν ανέβηκε
                                          κλώτσησε την ανεμόσκαλα
                    κι ολόγυρά του σφύριξε                     
μια μοναξιά αδιαπέραστη

γεμάτη ήχους




Βασίλης Πολύζος
Γ΄ variazioni α΄ το σπιτάκι πάνω στο δέντρο
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
Απόπειρα 2006


ελπήνωρ
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου (2005)
που χρησιμοποιήθηκε στο αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης - ραψωδία rap





      ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
   ραψωδία rap

                                                         unprepared young
                                                         burdened with records
                                                         
EZRA POUND


τ’ άλλο πρωί το μπαστούνι μου βλάστησε
μια ολάκερη θεσσαλική θεογονία

attachment A appendix B supplement C addendum D

ήταν και τ’ απαλό αεράκι που κατέβηκε απ’ το Πήλιο
ως τις παρυφές του Barbican Center

αφήνοντας τριαντάφυλλα στις μπαλκονόπορτες
γράφοντας καλημέρα στους καθρέφτες

κι ο ήλιος στο χωράφι αμολητός
κυλιόταν μες στα γαϊδουράγκαθα
ογκανίζοντας επιθαλάμια πριαπικά

μια ραψωδία rap μπορεί ο καθένας
απó το φινιστρίνι του υπογείου ν’ ανεβάσει
σκουπίζοντας το ταγγισμένο φως με την παλάμη
θα δει τη λιτανεία των πελμάτων
θα χαρεί τη σιωπηλή εποποιία των γοφών

ίσως περάσει αργότερα κι η Julia Roberts
ευωδιάζοντας σιτρόν και άγριο γιασεμί

κι ο βαρυπάτης αστυνομικός με μάτι ξινολάχανο
ψάχνοντας στο σκουπιδοντενεκέ
θ’ αποκαλύψει μια σπασμένη barbie

κι αύριο θα μοιράζει κλήσεις
στα παιδιά του σαββατόβραδου
που μόνο αυτά διαβάζουν
τις αλληγορίες των ποδηλάτων

δένοντας δυο ασημένια κλιπ σαν τα φτερά του Ερμή
πάνω απ’ τους αστραγάλους τους

φεύγουν σαΐτα με τα χέρια διάπλατα στον άνεμο
την κουπαστή στην ίσαλο γραμμή του ονείρου

ο δρόμος τρέχει προς τα πίσω ανέμελος
χρεώνοντας χιλιόμετρα στο μέλλον τους

την περασμένη Κυριακή
πάνω απ’ τη λαίμαργη αποβάθρα του Αγίου Γαβριήλ
πέταξε ένα κοπάδι angelitos negros

το πιο μικρό μόλις ξεφεύγοντας
απ’ την απόχη γηραιού φυσιοδίφη

στις ώρες της κοινοτικής συμπόνιας έρχονται
ν’ αράξουν στα σκαλιά του Δημαρχείου

στην είσοδο του πάρκου
στις στροφές των ποιημάτων
κάτω από τις αψίδες των θριάμβων
θα σημάνει προσκλητήριο

ich heisse areti ich heisse moustafa
ich heisse gloria ich heisse yiannis

τα βράδυα ντύνονται παλιές εφημερίδες
φορούν κατάσαρκα ξεθυμασμένα ρεπορτάζ
που ίσως αύριο πάλι ν’ αφορμίσουν

έναν ή δύο hobos εύκολο ν’ αγιογραφήσεις
μα πιο πολλοί πληγώνουν την ισορροπία
του τοπίου

τα μάτια τους στρεβλοί κοχλίες βίδες
που τρυπούν το κάδρο η γλώσσα τους
κάλαμος γραμματέως οξυγράφου

τα χέρια τους τσιγκέλια όπου κρέμασαν σφαγμένα blues
προσέχοντας μη στάξει κρύο σμάλτο στο παρκέ

κάποια στιγμή μας ξάφνιασε ο κάμερα μαν φωνάζοντας
                              bingo!

για δυο μικρά παιδιά
που γυρισμένα προς τον τοίχο της ακαδημίας
κατουρούσαν αίμα

την ώρα ακριβως που ανέβηκε στο βήμα ο Ποιητής
για να εκφωνήσει
τον επιούσιο άρτο των νεκρών

βγάζοντας απ’ την τσέπη του γιλέκου του
μια ψόφια κίχλη



Βασίλης Πολύζος

ραψωδία rap
ένα ποίημα από το βιβλίο
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
Απόπειρα 2006

εικόνα
(από την εικονογράφηση του βιβλίου):
τα πουλιά την άνοιξη
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2005
 

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

ανάφλεξη χελιδονιών



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης                

το ς΄ άσμα

θάνατος τα ζουμπούλια

                                         o moon of Alabama
                                         we now must say good-bye
                                         we’ve lost our dear old mamma

πού να κρυφτούμε?
ξάφνου οι τοίχοι έγιναν γυαλί
πέφτουν επάνω τους τα χελιδόνια
κι αναφλέγονται
στο δρόμο θα περάσει
ως προερρήθη υπό των ποιητών
ένα λιοντάρι πεινασμένο
που ξέφυγε απ’ το τσίρκο
και πίσω του ο τυφλός με το μπαστούνι
στην ώρα του ακριβώς στην ώρα του

ματαίως κάθε νύχτα οι πέτρες
πίνουν φεγγάρι για να δυναμώσουν
μετά την κατεδάφιση του επάνω ορόφου
η σκάλα έμεινε μετέωρη στον αέρα
χωρίς σκοπό
απογειώνοντας τα βήματά μας στο διάστημα
θα βάλουμε στη θέση τους λόγια δανεικά
τάχα για τις φωτογραφίες belle époque
που χάθηκαν μόλις τις χτύπησε ο ήλιος
για τους κρυστάλλινους καθρέφτες
που παίζαν μουσική καθώς χαμογελούσες
για την προθήκη με τις φιλντισένιες κούκλες
του δέκατου όγδοου αιώνος
για το ανεπαίσθητο άρωμα της θλίψης
που άφησε στα τραγούδια η Contessina
σαν έφυγε για το Trieste παίρνοντας
μαζί της όλα τα τριαντάφυλλα του κήπου
κι ακόμα
τάχα για κάποιο μήνυμα το τελευταίο
που δεν μας έφτασε ποτέ
κι ήταν το πιο σημαντικό
θα  ’δινε νόημα σ’ αυτά που έγιναν
και σ’ όσα θα  ’ρχονταν κατόπι
ένας μαντατοφόρος το κρατούσε
στο αμπέχονο κρυμμένο πάνω στην καρδιά του
εκεί που τονε βρήκε η σφαίρα
και το  ’κανε κομμάτια 

Βασίλης Πολύζος
θάνατος τα ζουμπούλια
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης 

εκδ. Απόπειρα 2006

THE WALL
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
Φλεβάρης 2013

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Βασίλης Πολύζος, "'ηταν άλλοι καιροί" / Ηχώ



…………………………………………..
ήταν άλλοι καιροί
κλεισμένοι σε χρησμούς που δεν αλήθεψαν
σε λόγια που τα πήρε η Ηχώ και τα γύρισε ανάποδα

κάθε που σήμαινε όρθρος ή εσπερινός
απ’ το Κωδωνοστάσιο της Αγίας Φωτεινής
ψιχάλιζε άχνη ασημιού στους ελαιώνες της Άνω Γατζέας

κι η θάλασσα φορώντας τα γλαυκά της με ταξίδευε
τοίχο με τοίχο ως το Τρίκερι
κι ως τη Βαρειά κι ως την Καπερναούμ
παράλιον πόλιν της Τιβεριάδος

κι απέναντί μου ίδιο γαλάζιο η Νεκρά Θάλασσα
μ’ ένα μικρό καΐκι κλειδωμένο στη σιωπή της

στην κουπαστή πέντε φιγούρες ξέμειναν
ακίνητες στο αεί
δείχνοντας ώρα δώδεκα

η όστρια έφαγε το μέσα του προσώπου τους
άφησε μόνο το περίγραμμα μιας ικεσίας
και τις τρεμουλιαστές σκιές μες στο νερό
που μόλις τις αγγίξεις με το βλέμμα χάνονται

τους ξέρω, λες, πετούσαμε μαζί
πριν κάψει ο ήλιος τα φτερά τους

τη μέρα του Ευαγγελισμού χαμογελούν ακόμη ανέμελα
στη σχολική φωτογραφία

μα έχω ξεχάσει πια τα ονόματά τους
ίσως γιατί τα ξέχασαν κι αυτοί
στο πλήρωμα του χρόνου

οι μνήμες είναι ασήκωτες
είπε ο πορθμέας στρίβοντας τσιγάρο
θα μου βούλιαζαν τη σκαμπαβία

ήταν άλλοι καιροί που ανοίγαμε το μουσαφίρ-οντά
στα χελιδόνια

και το πρωί στρώναμε χρώματα
στο αλφαβητάρι του ήλιου συλλαβίζοντας
αγιόκλημα και μέντα κι άγριο γιασεμί
και δυοσμαρίνι στα βυζιά των κοριτσιών

μέρα Απριλιού κινήσαμε
για την αντίπερα επιφάνεια των παραμυθιών
σφραγίζοντας στη μεσαυλή
τη βρύση με τ’ αθάνατο νερό

χάθηκαν τ’ αρχοντόσπιτα πάνω στο λόφο
που διαπέρασε ξιφήρης ο ήλιος μυριάκις

οι πέτρες οι πελεκητές έριξαν τις φολίδες τους
τα κεραμίδια ζάρωσαν στον αέρα
τα σπιτόφιδα πήραν το δρόμο της γουστέρας
πίσω απ’ τα σταροχώραφα 

θ’ αφήσω, είπες, μόνο έναν βραδινό φεγγίτη
για την κουκουβάγια

και για το γυρισμό θα ιστορήσω
ανέσπερα σημάδια στον ορίζοντα

κατά τη Δύση έναν μικρό ακτινωτό τροχό
κι απάνω του το χρόνο καθ’ ομοίωσιν παιδός
με δυο καρφιά στα χέρια κι άλλα δυο στα πόδια

και κατά την Ανατολή έναν μπαξέ
με χλωροφορμισμένους κατιφέδες

έμαθα τέχνες μαγικές τρίβοντας στο γουδί
φύλλα ροδιάς και κρόκο αυγού
κι απ’ τα πλοκάμια της νυχτός λουλάκι

και τώρα ξέρω να διαβάζω το ρολόι των δέντρων
και τα ανεξίτηλα όστρακα στ’ αρχεία των βράχων
και τα βότσαλα μόλις τα βρέξω σε θαλασσινό νερό

κι όταν χτυπήσω παλαμάκια τρεις φορές
ανοίγει ο ουρανός σαν άρραφος χιτώνας
από πάνω έως κάτω 

μια απέραντη τοιχογραφία γραμμένη σε ειλητάριο φλογός
την ώρα του μεσημεριού
………………………………………………

Βασίλης Πολύζος
δέος ίσχετε μηδέν όσ’ αυδώ
το Ζ΄άσμα (απόσπασμα)
από το βιβλίο
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

Ηχώ
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2012.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ !


Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης / το τρίτο όνειρο




               Βασίλης Πολύζος    
         το τρίτο όνειρο
   
στον Ted Hughes                                                                 
εκ των υστέρων
                                              Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
                                              τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
                                             στο βραχνά.
                                            Γ
. Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, Γ΄

                                          Now, herald, are the dead
                                          numb’red?
                                          Shakespeare, King Henry the Fifth
άπλωσα το χέρι μου πάνω απ’ την πόλη
κι ανέβηκαν στήλες καπνού

ήταν η μέρα της αποδημίας
με τόσους άσους κρυμμένους στο μανίκι της
η χλεύη των παραθύρων
το δέντρο των ορνέων στη αυλή
μια αιμοδιψής λιβελούλα στα στάσιμα νερά
ως άγγελος αιχμάλωτος σε πυκνό φως

κάνει υγρασία είπε η Μυρτώ
τα μαλλιά μου έχουν σγουρύνει

και στο λιμάνι;
μόλις ξεμπάρκαραν καραβιές οι πεθαμένοι
με βήμα σπαστό στο ρυθμό της σφυρίχτρας
εν δυο εν δυο
οι φτέρνες τους σάπια μήλα
σε λίγο θα φτάσουν τα μάτια τους
σε χαρτί Α4
στην πόρτα μου
όπου καθεύδει
οικουρός όφις

είπες
αξιοθαύμαστη η εφευρετικότης του ανθρώπου
στα βασανιστήρια
τα παιδιά μας εκ κοιλίας womad
άμωμοι φλογοφάγοι
ξυλοπόδαροι
ζογκλέρ
ταυροκαθάπτες
εις ουδέν πταίσαντες
ελιθάσθησαν
επρίσθησαν
επειράσθησαν
εν φόνω μαχαίρας απέθανον

ήρθε αιφνίδια κι η καθαίρεση των πνευστών
στην κυριακάτικη εξέδρα
την ώρα που οι αμυγδαλιές επέμεναν
να παίζουν το γαμήλιο εμβατήριο
Φλεβάρη μήνα
ο στρατηγός Χειμώνας ξήλωσε
ένα ένα τα σιρίτια των μουσικών
τα κουμπιά των χιτωνίων τους
με την άκρη του ξίφους

αύριο χωρίς αναβολή
θα ξεκινήσω για το σταθμό
στο σύθαμπο
παίρνοντας μαζί μου
in memoriam
τα δόντια του πιστού μου σκύλου
και την παλιά φυσαρμόνικα hohner
τυλιγμένη σε κεροπάνι
κειμήλιο πατρογονικό
το ξύλο της φαγωμένο από το σάλιο
τριών γενεών

χει-ρο-κρο-τή-μα-τα

a glass of cider
είπε η Λαίδη Heavybottom
για τον δαφνοστεφή μας ποιητή
                                                                                                                                          …

το τρίτο όνειρο, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
εκδ. Εριφύλη 2006
Σημ.: Εδώ δημοσιεύεται ολόκληρο το ποίημα

The Dream, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2008

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης: Ε΄ - εγώ ειμί η οδός




εγώ ειμί η οδός
του Βασίλη Πολύζου

und das Schiff mit acht Segeln
und mit fünfzig Kanonen
wird beschießen die Stadt

wat is de Spiel??

ιδού εγώ Seamus the Famous
φυσιοδίφης επί ξύλου κρεμάμενος
ιδού εγώ Orlando Furioso
επίσκοπος της πενθέκτης Συνόδου
επί ξυρού ακμής αναρριχώμενος
ιδού εγώ Emil Kafka
περιμένοντας το ουράνιο τόξο
να φέρει μια μικρή Judy Garland
με τραγούδια παστέλ παστοράλ
πάνω σε λουλουδένια αιώρα
ιδού εγώ Coitus Interruptus Emeritus
God’s non-stop gift to women
καθηγητής στο LSE διδάξας
επί σειράν ετών το μάθημα
a broad overview of the
worldwide growth of whoring
και ποιά η ευθύνη μου ως βροχοποιού
που δεν μπόρεσα να κρατήσω
μήτε ένα σύννεφο
πάνω απ’την άνυδρη ετούτη μέρα
ήρεμη σαν πουκάμισο νεκρού
ίδιο κενό στα παράθυρα
ίδιοι σκοτωμένοι γλάροι στο σαλόνι
κι αυτό το απόρθητο φως
στο πρόσωπο της Κοντεσίνας
είναι το φως των προβολέων
η δε γλώσσα μου στο βυθό
του ουρανίσκου της
εξ ου η δρόσος απέσταξεν
σε μικρούς ηδονικούς κόμπους
χαίρε η καιομένη και χαίρε η χλωρή
and she an arch-dyke
staying at the arch-duke’s, her cousin's
γιατί μόνο μια φορά
θα σου δοθεί η Σαπφώ in vivo
κατά την παρέλαση των κύκνων
στη δεντροστοιχία
και ο πoλιός ζωγράφος θα χαιρετήσει
υποκλινέστατος die Matrosen
mit den weissen Hosen
so hush little baby don’t you cry
το πρόσωπό σου θα λιτανέψουν
οικιστήρες και πολιούχοι άγιοι
κουβαλώντας το ύπτιο καλοκαίρι
άχρι θανάτου utópia/uchrónia
φυτεύοντας γιγαbytes σιωπής
παρά τας διεξόδους των υδάτων
κι ο σπίνος κι η σουσουράδα θα κριθούν
πεπτωκότες άγγελοι
causes of corruption in EU countries
και μόνη μου ελπίς και παραμυθία
in saecula saeculorum
το μαγικό κατάλευκο βουνό
που αντίκρυσα απρόσμενα ένα πρωί
μπροστά στο παράθυρο του ξενοδοχείου
στο λιμάνι του Ελσίνκι

για κοίτα είπε η Κρισταμπέλ
είναι ένα καράβι χιονισμένο
με οχτώ πανιά και πενήντα κανόνια
που έφτασε ακροπατώντας μες στη νύχτα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

εγώ ειμί η οδός → Κατά Ιωάννην, ιδ΄, 6.

und das Schiff mit acht Segeln….→ Bertolt Brecht, Drei Groschen Roman
(Träume eines Küchenmädchens).

Seamus the Famous,φυσιοδίφης...→ Seamus Heaney, Death of a Naturalist.

LSE : συντομογραφία του London School of Economics.

εξ ου η δρόσος απέσταξε… Πρβλ. Ιωσήφ υμνογράφου, Κανών του Ακαθίστου
Ύμνου, Ωδή στ΄:
Εκ σου η δρόσος απέσταξε...

χαίρε η καιομένη...→ Οδ. Ελύτης, Το Άξιον Εστί (Το Δοξαστικόν):
Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή...

staying at the arch-duke’s, her cousin’s → T. S. Eliot, The Waste Land,
στιχ. 13 – 14:
And when we were children, staying at the arch-duke’s,
My cousin’s…

so hush little baby…→ George Gershwin, Summertime.

παρά τας διεξόδους των υδάτων → Πέτρου Πελοποννησίου (θ.1777)
Πολυέλεος «Μακάριος ανήρ» → Δαβίδ, Ψαλμός α΄, 3:
Και έσται ως το ξύλον το πεφυτευμένον
παρά τας διεξόδους των υδάτων...

Κρισταμπέλ βλ. DIZZILAND (αναβαθμοί, siffleur, φαρμακολύτρια).


εγώ ειμί η οδός (και οι σημειώσεις)
το πέμπτο άσμα

από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
του Βασίλη Πολύζου
, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

εικόνα: I love graffiti
μια αφίσα του Βασίλη Πολύζου
(2006)
για την έκδοση του βιβλίου


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Το τραγούδι που ακούγεται στον "Ανθρωπο από τη Διζιλάνδη": Hanging Johnny (versus Τζώνη?)






http//www.youtube.com/watch?v=VReX7mHFv4c




Hanging Johnny


{Σημείωση:
Παραδοσιακό εγγλέζικο ναυτικό τραγούδι (sea shanty),
από την εποχή των ιστιοφόρων .
Οι στίχοι του έχουν χρησιμοποιηθεί ως εισαγωγή
στο ποίημα μποτίλια στο πέλαγος
(Αναμνήσεις Προκάτ Άνοιξης, Εριφύλη 2006)
Τα shantieschanties) τα τραγουδούσαν οι vαυτικοί
την ώρα της δουλειάς, λ.χ. όταν τραβούσαν τα σκοινιά
(σ’ αυτό οφείλεται, ίσως, και ο τίτλος αυτού του τραγουδιού).
Μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω στη συνέχεια
και το γνωστό ποίημα του Νίκου Γκάτσου Ο Τζώνης ο Μπόγιας.
Η σχέση με το Hanging Johny είναι (κατά τη γνώμη μου) φανερή.
Όχι μόνο στο όνομα (Johnny – Τζώνης), ή στη γενική σύλληψη
της αφήγησης, αλλά και στις λεπτομέρειες (mother,sister, brother
κρέμασε ο Johnny -αδέρφια και μάννα έσφαξε και ο Τζώνης
του Νίκου Γκάτσου!). Κατά τα λοιπά:
away – ay – i – o !
χάϊχο χάϊχο !
Αυτά. Χωρίς άλλο σχόλιο.}
Βασίλης Πολύζος 13.6.2011

Hanging Johnny

O they call me Hanging Johnny
(Away – ay – i – o)
But I never hanged nobody.
(So – hang – boys – hang)

O they say I hanged me granny
(Away – ay – i – o)
And then me lovesick Annie.
(So – hang – boys – hang)

O they say I hanged me mother
(Away – ay – i – o)
And me sister and me brother.
(So – hang – boys – hang)

O they say I hang for money
(Away – ay – i – o)
But hanging isn’t funny.
(So – hang – boys – hang)

O we’ll hang and hang together
(Away – ay – i – o)
We’ll hang for better weather.
(So – hang – boys – hang)

O a rope, a beam, a ladder
(Away – ay – i – o)
I’ll hang you all together.
(So – hang – boys – hang)


Ο Τζώνης ο Μπόγιας
του Νίκου Γκάτσου

Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τους φίλους μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.

Αγόρασα πιστόλι
από παλιό φονιά
και πήγα στ΄ Αργοστόλι
και στην Κεφαλονιά.

Γελούσε η πολιτεία
στην ήσυχη βραδιά
και στη μικρή πλατεία
φωνάζαν τα παιδιά.

Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τ΄ αδέλφια μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.

Δε με κεράσαν ούζο
δε μου ΄δωσαν κρασί
τότε άρχισα να σκούζω
και μ΄ άκουσες κι εσύ.

Κουβέντες δεν σηκώνω
δεν παίρνω διαταγές
το σπίτι μου κλειδώνω
κι αρχίζω τις σφαγές.

Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τη μάννα μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

αναμνήσεις προκάτ άνοιξης / μποτίλια στο πέλαγο?



μποτίλια στο πέλαγο?

o they say I hanged me granny
and then me lovesick Annie
o they say I hanged me mother
and me sister and me brother

τόσα μπουκάλια ξέβρασε πάλι σήμερα η θάλασσα
και δεν έκρυβαν ούτε ένα μήνυμα παρά μόνο νερό θολό
σαν το μάτι ψόφιου κήτους

κι ο παλιός χάρτης των σωμάτων
που άπλωσα πάνω στην άγια τράπεζα
έδειχνε στραβά τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

χωρίς ένα σημάδι έναν κόκκινο σταυρό
για τον χαμένο θησαυρό των πειρατών

πώς λοιπόν θα ξεπληρώσω τα ταξίδια
που δανείστηκα απ’ τους παρελθόντες ποιητές με τόκο αβάσταχτο
τώρα που βούλιαξαν οι δυνατές τριήρεις των φοινίκων

κι αυτό που μου ’λαχε σαν παίξαμε στα ζάρια
τα χαμόγελα της αγαπημένης μου
δεν ήταν καν αγρός αίματος ποτιστικός

ο πόλεμος είχε κριθεί στο διπλανό τραπέζι
πριν από το ξημέρωμα και δεν το πήρα είδηση
να γραφτώ στον κατάλογο για τα λάφυρα

κι αργότερα με το πρώτο φύσημα του αγέρα
πέταξαν οι λέξεις απ’ το ανοιχτό βιβλίο
έπεα πτερόεντα

στ’ αθώα μας χρόνια ήταν αίθριος ο ήχος τους στ’ αυτί
κι η γεύση τους στη γλώσσα μας καβουρντισμένη ζάχαρη

κι όταν τις ιριδίζαμε ανάλαφρα στο φως
γέμιζαν ασημένιες φυσαλίδες
οι παρτιτούρες των κορυδαλλών
πρωί πρωί γωνία Κίμωνος κι Ερμού

όπου προχτές συνάντησα τη Φαντίνα

ήταν όμορφη πριν πουλήσει στους σαράφηδες
τα χρυσά μαλλιά της

μου μίλησε χλευαστικά για τον κύριο Μαγδαληνή
πως πλούτισε κλέβοντας μαχαιροπίρουνα
απ’ τους νεκρούς φαντάρους στη μάχη του Βατερλώ

μαζί τους χάθηκαν κι οι παιδικοί μας ήρωες
παίζοντας το κρυφτούλι επί χρήμασι

μόνη εξαίρεση η μάνα μου που υπνοβατούσε
στο γείσωμα της νύχτας ψέλνοντας
πού πορευθώ από του πνεύματός σου
και από του προσώπου σου πού φύγω

το πρόσωπό της άσπρο σα χαρτί
χωρίς σπίλο ή ρυτίδα

κι ο πατέρας μου στο εικονοστάσι
μόνη του αδυναμία ένα καρτούτσο τσίπουρο

μα εγώ είχα στο μυαλό μου την κυρία Φιλομήλα
τόσο γλυκιά γυναίκα

με κέρασε κυδωνόπαστο κι ένα φιλί αναπάντεχο
όταν κατέβασα το γατάκι της απ’ τη μουριά

δεν μπορεί έλεγα να κοιμάται με τον γηραιό κύριο Κ.
εμπορικό παραγγελιοδόχο για την κρέμα Κρινοζάλ

κι εμείς εδώ ατίθασα πουλάρια
παρέα με την προγονή του φούρναρη τ’ απομεσήμερο
να κουβεντιάζουμε για τις Ιταλίδες του τσίρκου

που μας έμαθαν να λέμε
άκουα φρέσκα φίκα στρέτα
και βίνο πούρο κάτσο ντούρο

φράσεις που αρνήθηκε να περιλάβει στα Άτακτά του
ο Αδαμάντιος Κοραής διότι φέρουσι σύγχυσιν
εις τας αγυμνάστους κεφαλάς ξεχνώντας

ότι εμείς αγύριστα κεφάλια μελετούσαμε κρυφά
τα μηναία των κήπων έκαστος τη ιδία διαλέκτω
παραλείποντας μόνο τη φράση ξίφει τελειούται

αφού κανείς δεν είναι τέλειος χωρίς το κεφάλι του

και ότι κατά την ημέρα της απογραφής
επί Αυγούστου Καίσαρος
τρέχαμε πίσω από τη νεκροφόρα
ώσπου στάθηκε στην εξώπορτα του Αιμίλιου

κι ο τελετάρχης φορώντας μαύρα γάντια
χτύπησε τρείς φορές το χάλκινο ρόπτρο
ένα μικρό χεράκι με λάθος δάχτυλα

περιμένοντας να κατεβάσουν τον νεκρό αδερφό μας
χαζεύαμε τα επάργυρα αγγελάκια στην κορνίζα του ουρανού
και τα δυο άλογα ντυμένα μαύρα κρέπια
να χαϊδεύουν πότε πότε τις χρυσόμυγες με την ουρά τους

ύστερα πρόβαλε στο ανώφλι αρχάγγελος Μιχαήλ
κρατώντας ένα μπουκέτο πρώιμα σύννεφα
δεμένα με μοβ κορδέλα

κι εμείς τρομάξαμε γιατί τον διαπερνούσε ο ήλιος
ρίχνοντας κάτασπρη στο χώμα τη σκιά του

σημείο πως έπρεπε να φύγουμε
από την πύλη της Ανατολής
πριν μας αγγίξει με το βλέμμα του

Βασίλης Πολύζος, μποτίλια στο πέλαγο?
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
Εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2006

μποτίλια στο πέλαγο?, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011