Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού




Κώστας Κρεμμύδας:
"Βασίλης Πολύζος:
Αυτό που βλέπουμε ήταν πάντα παρελθόν"
(απόσπασμα)
{Από τα Πρακτικά του 29. Συμποσίου Ποίησης 
(2-5 Ιουλίου 2009) με θέμα Το μοντέρνο στην ποίηση,που κυκλοφόρησαν (2010) σε βιβλίο από τις 
εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα}


«ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού»
, θα πρότεινα 
να διαβαστεί σε αντιστοιχία με τον «Στράτη Θαλασσινό
ανάμεσα στους αγάπανθους», από το Ημερολόγιο
καταστρώματος Β΄
:
 «Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια
της Κίρκης·/ ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου
Ελπήνωρ!»,  αλλά και τους  αντίστοιχους από τη Συλλογή, Ι
του Τάκη Σινόπουλου: «Ήταν  αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι
στα μαύρα κυπαρίσσια/ τυφλός  από τον ήλιο και τους
στοχασμούς/ σκαλίζοντας την άμμο  μ’ ακρωτηριασμένα
δάχτυλα./ Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή:
Eλπήνορα/ Eλπήνορα πώς βρέθηκες  ξάφνου σ’ αυτή
τη χώρα;»





                          ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
              
αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
                                       Γ΄
                                
variazioni

           
α. το σπιτάκι πάνω στο δέντρο

                                         a bird twittering after storm,
                                                  
happy that its little foolish life
                                                 
has fluttered out of reach
                                                          
James Joyce, Giacomo Joyce, XI.

ο ελπήνωρ-με-το-χάρισμα-του-καναρινιού
ερυθρόμορφος κρατήρας Brirish Museum
κρατούσε τόσα σφυρίγματα στα χείλη του παιδιόθεν
                   
σφύριζε σκοπούς- λιακάδα
                                        και σκοπούς-βροχή
                                                     σκοπούς-αμπέλια
                    και θημωνιές στην απανεμιά

σφύριζε σκαντζόχοιρους
και σαλιγκάρια
και μικρές χελώνες πριν να δέσει το καύκαλό τους
και τα λιγνά βυζάκια
της ξαδερφούλας του  της Έφης
που δε φόραγε στηθόδεσμο

και μια φορά σαν ταξίδεψε
                                                          στην Άπω Ανατολή
σφύριξε μιαν απέραντη θάλασσα
κι ένα κοπάδι κυματοειδή δελφίνια

                    ήδη στα δεκαοχτώ του
                    η τέχνη του ήταν τέλεια
                   
κλείνοντας με τα δάχτυλα τα βλέφαρά του
                      μπορούσε να σφυρίξει
                                            άρρητα χρώματα
πέρα απ’ το οπάλι                     πέρα απ’ τον σαρδόνυχα
                        πέρα απ’ το αίμα των ρουμπινιών          
πέρα απ’ τον τυφλό θυμό του κίτρινου
                                 
μπορούσε να σφυρίξει
                                  απαλούς αμμόλοφους
                    που σκλήραιναν στο άγγιγμα του έρωτα
                   
κι ύστερα
                    βουλώνοντας με τις γροθιές τ’ αυτιά του
                    σφύριζε τον ερχομό της καταιγίδας

έτσι ένα πρωί
                      μετά
                            την
                                 εις
                                     άδου
                                          κάθοδον
σφύριξε εκ του μηδενός ένα δέντρο θεόρατο
                    κι απάνω του ένα ξύλινο σπιτάκι
                   
σαν ανέβηκε
                                          κλώτσησε την ανεμόσκαλα
                    κι ολόγυρά του σφύριξε                     
μια μοναξιά αδιαπέραστη

γεμάτη ήχους




Βασίλης Πολύζος
Γ΄ variazioni α΄ το σπιτάκι πάνω στο δέντρο
από το βιβλίο αναμνήσεις προκάτ άνοιξης
Απόπειρα 2006


ελπήνωρ
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου (2005)
που χρησιμοποιήθηκε στο αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: