Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Robert Burns, Three Poems and a Song!









Robert Burns (1759 – 1796)


Auld Lang Syne

 

 Should auld acquaintance be forgot,

 And never brought to mind?

 Should auld acquaintance be forgot,

 And auld lang syne!

 

 Chorus.
-For auld lang syne, my dear,

 For auld lang syne.

 We'll tak a cup o' kindness yet,

 For auld lang syne.

 

 And surely ye'll be your pint stowp!

 And surely I'll be mine!

 And we'll tak a cup o'kindness yet,

 For auld lang syne.

 
For auld, &c.

 

 We twa hae run about the braes,

 And pou'd the gowans fine;

 But we've wander'd mony a weary fit,

 Sin' auld lang syne.

 
For auld, &c.

 

We twa hae paidl'd in the burn,

Frae morning sun till dine;

But seas between us braid hae roar'd

Sin' auld lang syne.


For auld, &c.

 

 And there's a hand, my trusty fere!

 And gie's a hand o' thine!

 And we'll tak a right gude-willie waught,

 For auld lang syne.

 
For auld, &c. 




My Love,
She's But A Lassie Yet

 

 My love, she's but a lassie yet,

My love, she's but a lassie yet!

We'll let her stand a year or twa,

She'll no be half sae saucy yet!

 

I rue the day I sought her, O!

I rue the day I sought her, O!

Wha gets her need na say he's woo'd,

But he may say he has bought her, O.

 

Come draw a drap o' the best o't yet,

Come draw a drap o' the best o't yet!

Gae seek for pleasure whare ye will,

But here I never miss'd it yet.

 

We're a'dry wi' drinkin o't,

We're a'dry wi' drinkin o't!

The minister kiss't the fiddler's wife-

He could na preach for thinkin o't!


Jean

 
    Of a' the airts the wind can blaw,

   I dearly like the west,

For there the bonnie lassie lives,

   The lassie I lo'e best:

There wild woods grow, and rivers row,

   And monie a hill between;

But day and night my fancy's flight

   Is ever wi' my Jean.

 

I see her in the dewy flowers,

   I see her sweet and fair:

I hear her in the tunefu' birds,

   I hear her charm the air:

There 's not a bonnie flower that springs

   By fountain, shaw, or green;

There 's not a bonnie bird that sings,

   But minds me o' my Jean




Robert Burns
3 poems:
Auld Lang Syne
My Love, She’s But  A Lassie Yet
Jean

video
Auld Lang Syne
sung by Dougie MacLean

εικόνα

Auld Lang Syne
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου(μνήμη Εδιμβούργου)
2013

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Οδός Μαγνήτων '58 / η Ντόλυ




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ

Οδός Μαγνήτων '58
(6)

μια Ντόλυ όλη κι όλη
είχαμε κι εμείς
βγήκε στα καλλιστεία Μις

Κύριε των Δυνάμεων
μεθ’ ημών γενού
βοήθησον εν θλίψεσι
τους ευσεβείς της ενορίας μας

αγκιστρωμένοι στις φωτογραφίες
οι εκζητούμενοι
με το βοριά αλλάζουν πρόσωπο
με τη νοτιά φορούν άλλο πουκάμισο
κρύβονται πίσω από τηλεγραφήματα

κι η μικρή ανθοπώλις
μουρμουρίζει
εάλω η πόλις

Κύριε των Δυνάμεων
βοήθησε το αδέσποτο σκυλί
να παίξει ταμπούρλο τον τενεκέ
που δέσαμε στην ουρά του

μια Ντόλυ όλη κι όλη
το 6ο κομμάτι
από τη σύνθεση

Οδός Μαγνήτων '58
© Βασίλης Πολύζος 1962

η Ντόλυ μετείκασμα
του Βασίλη Πολύζου
2013

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Φιλέλλην - Διαβάζει ο Βασίλης Πολύζος




video



video
ο Βασίλης Πολύζος
διαβάζει το ποίημα
του Κωνσταντίνου Καβάφη
ΦΙΛΕΛΛΗΝ

εικόνα

ΦΙΛΕΛΛΗΝ
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2004

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Βασίλης Πολύζος, Riddles & Puzzles






fill in the blanks of your ghosts
(a riddle)

mute morning
toothless
eyeless
helpless
27 circles old

so many disabled persons




fill in the blanks of your ghosts
a quasi-poem by V. Polyzos
from the collection
Riddles & Puzzles
©2013


fill in the blanks of your ghosts
an image by V. Pol;yzos
2013

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Κρεολή Σελήνη, από Β / βολεμένες βαμπ / βαλτωμένα βαμπίρ






από Β

βροχή προαστίου

βλοσυρά στο σκοινί τ’ ασπρόρουχα

βαλτωμένα βαμπίρ

βολεμένες βαμπ

βολικά βιβλία

βανίλια υποβρύχιο

βαδίζω σ’ αυτό το βαθύ τίποτε




Βασίλης Πολύζος
,
από Β
Κρεολή Σελήνη
εκδ. Απόπειρα 2010

βολεμένες βαμπ
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2004

βαλτωμένα βαμπίρ
    (νέκυια beta)
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2005


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Χαρά Ναούμ / τρία ποιήματα από τις "άγρυπνες αντιλόπες"





ΣΩΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Απ’ όλα τα τσακισμένα σώματα
Επιλέγω ερωμένη του
Schiele

Ο πυρετός τους
εκβάλλει στις φλέβες μου
Τα χέρια των γυναικών
καρφιτσωμένα στους ώμους
κρέμονται αγκαλιασμένα
Τα κεφάλια μαρτυρούν
έναν κάποιο χορτασμό
Κι ο άνδρας φτερωτός
μ’ ακονισμένο στόμα
είναι ο ίδιος πάντα

Η γυναίκα που έχω απέναντί μου
Φορά κόκκινες καλτσοδέτες
Και το σακάκι του άνδρα
Το είδωλό της
μόνο το σακάκι που φορά

Ξεκολλά τα στήθη της
Γεμάτα υπερίπτανται

Απ’ τη μετέπειτα βροχή
θηλάζουν τόσα αδέσποτα κουτάβια


ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Έχω τη γνώση των δαχτύλων
που περπατούν
που γονατίζουν στο τραπέζι
Έχω τη γνώση του ανεξήγητου γκρεμού

Ξέρω τι πάει να πει
χέρι γυμνό
και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό


ΤΟΠΟΣ ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΟΣ
ΤΟ ΕΠΤΑΣΦΡΑΓΙΣΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Καμιά φορά τα καπέλα υψώνονται

Ξέσκεπες μύτες τεντώνονται ν’ αρπάξουν
το άρωμα κανέλλας τα μαλλιά
κι όπως ορθώνεται ένα χέρι πράσινο
στο ύψος των ματιών τους
Δεν είναι πια της μόδας τα φτερά στρουθοκαμήλου
ξεστομίζουν φωναχτά

Δείξε μου το καπέλο σου
να σου πω ποιος είσαι
ψιθυρίζουν χαιρέκακα
Στριμώχνονται
ποια θα ψηλώσει πρώτη

Βλέπεις παντού γυμνά κρανία
να διατρέχουν το τσιμέντο
ωοειδή γραφήματα
Μάτια και στόμα
περιστρέφονται αυτόματα

Ώσπου ανοίγει ένα συρτάρι
και τα καπέλα κατεβάζουν ρόδες
γλώσσες στεγνές λαχανιασμένες
σέρνονται να προφτάσουν το επιδόρπιο
Υπόηχος θανάτου
ο βόμβος το κλειστό συρτάρι

Απέξω λιάζεται η ψυχή του ακέφαλου ακροβάτη



Χαρά Ναούμ
τρία ποιήματα
από το βιβλίο της
άγρυπνες αντιλόπες
εκδ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
2013


body talk
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2013

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Βασίλης Πολύζος, Κύπρις





Κύπρις

 (η Βάπτιση)


εκείνο το πηγάδι
δεν είχε σιδερένια σκαλοπάτια

έτσι κατέβασαν τον άνθρωπο
με σκοινί περασμένο στις μασχάλες του

αφήνοντας σιγά σιγά
να φυραίνει στη σκέψη του το φως

κάποιος κρατούσε ένα κερί
κάτω από τη θολή ανάσα του

πολύ βαθιά
παραμόνευαν οι μύθοι

παίρνοντας σχήματα νερού
αναδίδοντας μια φευγαλέα μυρουδιά

πνιγμένης Αφροδίτης

Κύπρις (η Βάπτιση)
©Βασίλης  Πολύζος 9.7.
2005
Κύπρις, μετείκασμα του Βασίλη Πολύζου
2012

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Carol Ann Duffy, Warming Her Pearls







CAROL ANN DUFFY
Warming Her Pearls

Next to my own skin, her pearls. My mistress
bids me wear them, warm them, until evening
when I´ll brush her hair. At six, I place them
round her cool, white throat. All day I think of her,

resting in the Yellow Room, contemplating silk
or taffeta, which gown tonight? She fans herself
whilst I work willingly, my slow heat entering
each pearl. Slack on my neck, her rope.

She´s beautiful. I dream about her
in my attic bed; picture her dancing
with tall men, puzzled by my faint, persistent scent
beneath her French perfume, her milky stones.

I dust her shoulders with a rabbit´s foot,
watch the soft blush seep through her skin
like an indolent sigh. In her looking-glass
my red lips part as though I want to speak.

Full moon. Her carriage brings her home. I see
her every movement in my head.... Undressing,
taking off her jewels, her slim hand reaching
for the case, slipping naked into bed, the way

she always does.... And I lie here awake,
knowing the pearls are cooling even now
in the room where my mistress sleeps. All night
I feel their absence and I burn.



 Carol Ann Duffy

Warming Her Pearls
from Sixty Women Poets
Edited by Linda France
BLOODAXE BOOKS 1993


VIDEO
Warming Her Pearls
performed by Charnie Demir
The Radio Theatre Group

Εικόνα
Warming Their Pearls
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2013

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

T.S. ELIOT / ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - Unreal City / Ανύπαρχτη Πολιτεία




T.S. ELIOT, The Waste Land
lines 60-76

Unreal City


…………………………………………………………
Unreal City,   

Under the brown fog of a winter dawn,             

A crowd flowed over London Bridge, so many,

I had not thought death had undone so many.               

Sighs, short and infrequent, were exhaled,       

And each man fixed his eyes before his feet.      

Flowed up the hill and down King William Street,        

To where Saint Mary Woolnoth kept the hours              

With a dead sound on the final stroke of nine.               

There I saw one I knew, and stopped him, crying “Stetson!         

You who were with me in the ships at Mylae!    

That corpse you planted last year in your garden,        

Has it begun to sprout? Will it bloom this year?          

Or has the sudden frost disturbed its bed?     

Oh keep the Dog far hence, that’s friend to men,           

Or with his nails he’ll dig it up again!  

You! hypocrite lecteur!—mon semblable,—mon frère!”          
……………………………………………………………..


Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Ανύπαρχτη Πολιτεία


…………………………………………………….
Ανύπαρχτη Πολιτεία,

Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,

Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,

Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.

Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,

Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.

Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,

Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες

Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.

Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!

Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,

Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;

Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;

Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,

Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !

Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »
………………………………………………………


εικόνα
Thames
’99
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
1999