Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ποίηση που διάλεξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Ποίηση που διάλεξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Βασίλης Πολύζος / Τη βραδιά που συνάντησα την Κίρκη




ΟΔΥΣΣΕΙΑ Κ΄, στίχοι 230 - 239
………………………………………………………………..
230 ἡ δ᾿ αἶψ᾿ ἐξελθοῦσα θύρας ὤιξε φαεινὰς

καὶ κάλει: οἱ δ᾿ ἅμα πάντες ἀιδρείῃσιν ἕποντο:

Εὐρύλοχος δ᾿ ὑπέμεινεν, ὀισάμενος δόλον εἶναι.

εἷσεν δ᾿ εἰσαγαγοῦσα κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε,

ἐν δέ σφιν τυρόν τε καὶ ἄλφιτα καὶ μέλι χλωρὸν

235 οἴνῳ Πραμνείῳ ἐκύκα: ἀνέμισγε δὲ σίτῳ

φάρμακα λύγρ᾿, ἵνα πάγχυ λαθοίατο πατρίδος αἴης.

αὐτὰρ ἐπεὶ δῶκέν τε καὶ ἔκπιον, αὐτίκ᾿ ἔπειτα

ῥάβδῳ πεπληγυῖα κατὰ συφεοῖσιν ἐέργνυ.

οἱ δὲ συῶν μὲν ἔχον κεφαλὰς φωνήν τε τρίχας τε
……………………………………………………………………

εικόνα
Κίρκη
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
2011

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

T.S. ELIOT / ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - Unreal City / Ανύπαρχτη Πολιτεία




T.S. ELIOT, The Waste Land
lines 60-76

Unreal City


…………………………………………………………
Unreal City,   

Under the brown fog of a winter dawn,             

A crowd flowed over London Bridge, so many,

I had not thought death had undone so many.               

Sighs, short and infrequent, were exhaled,       

And each man fixed his eyes before his feet.      

Flowed up the hill and down King William Street,        

To where Saint Mary Woolnoth kept the hours              

With a dead sound on the final stroke of nine.               

There I saw one I knew, and stopped him, crying “Stetson!         

You who were with me in the ships at Mylae!    

That corpse you planted last year in your garden,        

Has it begun to sprout? Will it bloom this year?          

Or has the sudden frost disturbed its bed?     

Oh keep the Dog far hence, that’s friend to men,           

Or with his nails he’ll dig it up again!  

You! hypocrite lecteur!—mon semblable,—mon frère!”          
……………………………………………………………..


Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Ανύπαρχτη Πολιτεία


…………………………………………………….
Ανύπαρχτη Πολιτεία,

Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,

Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,

Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.

Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,

Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.

Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,

Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες

Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.

Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!

Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,

Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;

Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;

Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,

Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !

Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »
………………………………………………………


εικόνα
Thames
’99
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
1999

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Sylvia Plath, Lady Lazarus







Sylvia Plath
Lady Lazarus

I have done it again.
One year in every ten
I manage it--

A sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

Peel off the napkin
O my enemy.
Do I terrify?--

The nose, the eye pits, the full set of teeth?
The sour breath
Will vanish in a day.

Soon, soon the flesh
The grave cave ate will be
At home on me

And I a smiling woman.
I am only thirty.
And like the cat I have nine times to die.

This is Number Three.
What a trash
To annihilate each decade.

What a million filaments.
The peanut-crunching crowd
Shoves in to see

Them unwrap me hand and foot--
The big strip tease.
Gentlemen, ladies

These are my hands
My knees.
I may be skin and bone,

Nevertheless, I am the same, identical woman.
The first time it happened I was ten.
It was an accident.

The second time I meant
To last it out and not come back at all.
I rocked shut

As a seashell.
They had to call and call
And pick the worms off me like sticky pearls.

Dying
Is an art, like everything else.
I do it exceptionally well.

I do it so it feels like hell.
I do it so it feels real.
I guess you could say I've a call.

It's easy enough to do it in a cell.
It's easy enough to do it and stay put.
It's the theatrical

Comeback in broad day
To the same place, the same face, the same brute
Amused shout:

'A miracle!'
That knocks me out.
There is a charge

For the eyeing of my scars, there is a charge
For the hearing of my heart--
It really goes.

And there is a charge, a very large charge
For a word or a touch
Or a bit of blood

Or a piece of my hair or my clothes.
So, so, Herr Doktor.
So, Herr Enemy.

I am your opus,
I am your valuable,
The pure gold baby

That melts to a shriek.
I turn and burn.
Do not think I underestimate your great concern.

Ash, ash--
You poke and stir.
Flesh, bone, there is nothing there--

A cake of soap,
A wedding ring,
A gold filling.

Herr God, Herr Lucifer
Beware
Beware.

Out of the ash
I rise with my red hair
And I eat men like air.

23-29 October 1962


video
Lady Lazarus
read by Sylvia Plath

 εικόνα:
dying is an art
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
για το ποίημα
Lady Lazarus
2013

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Hans Magnus Enzensberger, Προφίλ μιας τριαντατριάχρονης




Προφίλ μιας τριαντατριάχρονης
Του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ
Απόδοση από τα Γερμανικά: Βασίλης Πολύζος
.
Της βγήκαν όλα αλλιώς απ’ ό,τι τα λογάριαζε.
Πάντοτε αυτά τα σαραβαλιασμένα Φολκσβάγκεν.
Κάποτε λίγο έλειψε να παντρευτεί έναν αρτοποιό.
Στην αρχή διάβαζε Έσσε κι αργότερα Χάντκε.
Τώρα συχνά λύνει συλλαβόγριφους στο κρεβάτι.
Δεν επιτρέπει ποτέ στους άντρες να τη ρίξουν.
Για χρόνια ήταν Τροτσκίστρια, αλλά με το δικό της τρόπο.
Ποτέ δεν έβαλε το χέρι σε κουπόνια φαγητού.
Όταν σκέφτεται την Καμπότζη, νιώθει τελείως χάλια.
Ο τελευταίος φίλος της, ο Καθηγητής, την έβαζε όλο να τον δέρνει.
Πρασινωπά μπατίκ- φουστάνια, πολύ φαρδιά για κείνη.
Μελίγκρα στα φυτά εσωτερικού χώρου.
Πράγατι ήθελε να ζωγραφίζει ή να πάει ταξίδια έξω.
Η Διατριβή της, Ταξικοί Αγώνες στην Ουλμ, από το 1500
μέχρι το 1512, και η Επίδρασή τους στο Δημοτικό Τραγούδι:
Υποτροφίες και ξανά από την αρχή και μια βαλίτσα σημειώσεις.
Πότε πότε της στέλνει χρήματα η Γιαγιά.
Χορευτικές φιγούρες ντροπαλά στο μπάνιο, μικρές γκριμάτσες,
ώρες και ώρες με χυμό αγγουριού μπρος στον καθρέφτη.
Λέει, όπως και να ’χει, δεν θα λιμοκτονήσω.
Σαν την πιάνει το κλάμα, δείχνει δεκαεννιά.


Die Dreiunddreissigjährige
ένα ποίημα του Hans Magnus Enzensberger
απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Πολύζος

Olga 
a portrait by V. Polyzos 


Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Παλαμάς μηνίων (1)



ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Σατιρικά Γυμνάσματα
Β΄ Σειρά, 1

Στ’ ακάθαρτα κυλήστε μας του βούρκου,
και πιο βαθιά. Πατήστε μας με κάτι
κι από το πόδι πιο σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,

κομματάρχηδες και κοτσαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,

ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
– Αμάν! Αγά, στα πόδια σου! άκου! στάσου! –
Βυζαντινοί- Γασμούλοι- Λεβαντίνοι.

Ρωμαίικο, να! Με γεια σου, με χαρά σου.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Hamlet, Act 3 Scene 1, To be or not to be

http://youtu.be/XE-yS8ICOrc


William Shakespeare
Hamlet
To be, or not to be

To be, or not to be─ that is the question;
Whether 'tis nobler in the mind to suffer
The slings and arrows of outrageous fortune,
Or to take arms against a sea of troubles,
And by opposing end them? To die, to sleep─
No more; and by a sleep to say we end
The heart-ache and the thousand natural shocks
That flesh is heir to. 'Tis a consummation
Devoutly to be wish'd. To die, to sleep;
To sleep, perchance to dream. Ay, there's the rub;
For in that sleep of death what dreams may come,
When we have shuffled off this mortal coil,
Must give us pause. There's the respect
That makes calamity of so long life;
For who would bear the whips and scorns of time,
Th’ oppressor's wrong, the proud man's contumely,
The pangs of despis’d love, the law's delay,
The insolence of office, and the spurns
That patient merit of th’ unworthy takes,
When he himself might his quietus make
With a bare bodkin? Who would these fardels bear,
To grunt and sweat under a weary life,
But that the dread of something after death─
The undiscover'd country, from whose bourn
No traveller returns─ puzzles the will,
And makes us rather bear those ills we have
Than fly to others that we know not of?
Thus conscience does make cowards of us all;
And thus the native hue of resolution
Is sicklied o'er with the pale cast of thought,
And enterprises of great pitch and moment,
With this regard, their currents turn awry,
And lose the name of action.─-

Hamlet
To be or not to be
Act 3, Scene 1, Lines 56─88
The Alexander Text © HarperCollins Publishers 1951

Στο video, η κλασική ερμηνεία του Laurence Olivier.
Από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία (1948)
σκηνοθετημένη από τον ίδιο.

Εικόνες:
1. Η προμετωπίδα της αποκαλούμενης First Folio έκδοσης
του 1623, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του Shakespeare.
Στην έκδοση αυτή, οι ηθοποιοί John Heminge και
Henry Condell
συγκέντρωσαν 36 θεατρικά έργα του Shakespeare και τα εξέδωσαν
σε μορφή βιβλίου.
Το πορτρέτο είναι χαρακτικό του Martin Droeshout
βασισμένο σε ζωγραφιά της εποχής


2. Ο Αιμίλιος ως Άμλετ, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Φιλέλλην



Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
Φιλέλλην

Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό•
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά•
οχ' υπερβολική, όχι πομπώδης-
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στην Ρώμη-
αλλ' όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ' το άλλο μέρος•
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστείνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά;
πίσω απ' τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κι' εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ' από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Φιλέλλην

Αιμίλιος Σωτήρ Φιλέλλην
ψηφιδωτό του Βασίλη Πολύζου 2011

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Τα καλοκαιρινά ταξίδια του Αιμίλιου (1)




ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Από τον Πρόλογο του “Πλήθωνα

Kι απ' τις κορφές του Tαΰγετου που από τον πάγο ασημολάμπουν αιώνια,
μες σε μιαν αύρα ασίγητη π' αλαφροπνέει απ' τα λιωμένα χιόνια,
στην αστραπή της άνοιξης, στης ήβης τα χρυσόχνουδα τα χρόνια,

σ' άσπρα άλογα των Διόσκουρων το ασύγκριτο ζευγάρι κατεβαίνει,
κι ανάμεσα στ' αδέρφια της που ακροποδίζουν στο γκρεμνό, σκυμμένη,
μέσα σε πέπλο αθάνατο, κατηφοράει, σαν το νερό, η Eλένη.


Mες στη ροδόφωτην αυγή, για Σε, Mεγαλομάτα,
τα σημαντήρια εσήμαναν, Mιστρά και Kαλαμάτα !

Δώσ' να κρατήσω ανθό ροδιάς στο δεητικό μου χέρι,
ώρα με βέβαιον οπού πας φτερό, σαν περιστέρι...

Στα αψιδωτά παράθυρα, ώρα ιερή, που πάσα
λύχνος φωτάς απάρθενος μπροστά στα εικονοστάσια...

Στύλοι λιγνοί σε ανάλαφρες αψίδες, κ' εσείς ίσια,
κατάρραχα που υψώνεστε στην πέτρα, κυπαρίσσια,

Kήπε αρχαγγέλων, που αλαφρά ξαφτέρουγα ανεμίζουν
τις ζωγραφιές που σβήσανε, για να δροσολογίζουν, 10

καμπαναριό, που ανάγυρτος ανθός είναι η καμπάνα
- μέλισσα ο ήχος, να βογκάει στων μελισσιών τη μάνα -

σπαθί του Tαΰγετου που αιφνίδια σβεις τον ήλιο κι όλοι
δροσολογάνε οι ίσκιοι του σαν του ναού Σου οι θόλοι,

εγώ είμαι που ονειρεύτηκα, μες σε βραγιές και κρίνα,
Σε να σκιρτάς, Παντάνασσα, ζαρκάδα κι αλαφίνα !

Γύρα Σου αγγέλοι ορχούντανε, κι ωστόσο επροχωρούσα
ωσά να μ' έσερνε άνεμος ερωτικός, Eλεούσα·

και διασταυρώνονταν γοργά -πως άκουα, λέω, το θρο τους
στον ίδιο αέρα υψώνοντας φτερά στο γυρισμό τους ! 20

Mες στ' αυγινό περβόλι Σου, βραγιές, ροδιές, κεράσια,
οι άδετες οι αμυγδαλιές και των μηλιών τα δάσα...

Δέξου με κει που δέχεσαι και το πουλί, που μπαίνει
και κελαηδεί τόσο γλυκά, στη σκιά τη βλογημένη...

Δε θέλω απ' όλους τους καρπούς· μα εκειούς που ωριμασμένοι
είν' έτοιμοι να πέσουνε κι απ' τα πουλιά 'γγιγμένοι...

Kαι να ποτίσω τη βραγιά κηπάρης Σου· να σκύψω
στο ρυάκι, ωσάν τον κότσυφα, την όψη μου να νίψω·

κάτου από τ' άσπρα Σου, Kυρά, ν' αναπαυτώ σταφύλια,
στο πεύκι που Σου υφάνανε τα πλήθια χαμομήλια, 30

Kήπε αρχαγγέλων, π' αλαφρά ξεφτέρουγα ανεμίζουν
τις ζωγραφιές που σβήσανε, για να δροσολογίζουν !

Από τον Πρόλογο του Πλήθωνα
του Άγγελου Σικελιανού
Λυρικός Βίος, εκδ. Ίκαος

Ξωκλήσι, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Φαίδρα Φις, sexus / γυμνό στον ήλιο, του Βασίλη Πολύζου




sexus


Στο πρίκουελ των ελαστικών τσιμέντων που θ’ανοιγοκλείνουν

Στα σώματα της εφεδρικής μου κατάνυξης

Μέσα σε ανεξίκακες τσέπες που ανάμεσά τους ψηλώνω

Μεγαλύνομαι-γίνομαι γυναίκα

Συχνά αφυδατώνομαι από κείνο το λυκίσιο sexus

Τις Μεγαλύτερες Παρασκευές

Είμαι αλλεργική στα διαλύματα χλόης

Στα ψάρια που αντιγράφουν τις σιωπές μου

Και παραδίδουν λευκή κόλλα άχρηστη

Στην αφή

Θα σε ξαναζήσω με σίκουελ υστερία

Κάθε βροχή κάθε αέρα κάθε διαμελισμένο μόριο

Επώνυμη και βαθαίνω ανώνυμη θα συρρικνώνομαι

Πλαστογραφημένη απορρίπτω

Με δανεισμένες αφορμές απ’το απόρρητο σύνορο



Ξέρω σε ποια φωλιά του έαρος βουλιάζουν τα χελιδόνια

Σε ποια σακουλάκια χώματος αναπαύεται η νοσταλγία

Από χρόνια που κατεβαίνουν να μας χαζέψουν

Ερμαφρόδιτα

yeap!

Σεντονάκια τα ρήματα και καμένα χρώματα

Στο ακρόπρωρο ενός γλιστρήματος

Η ουρά είναι το σημείο κακοποίησης των πυραμίδων



Αφού μέχρι κι ο θεός μου υποσχέθηκε ότι

Θα κόψει το τσιγάρο και καπνίζει σαν Ετρούσκος

Στο άναστρο στερέωμα την ώρα που ακοίμητη

Η άβυσσος δίχως λόγια θα νανουρίζει τα τσιμέντα

Αυνανισμένοι πάπες θα συζητούν τον κλασικό ρυθμό των κιόνων

H φωνή σου παραγεμισμένη με Ήλιο

Θα με ρίχνει ψηλά πολύ ψηλά πόσο πολύ ψηλά

Στo sexus plexus nexus


sexus, ένα ποίημα της Φαίδρας Φις

γυμνό στον ήλιο, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2008

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Bertolt Brecht, Die Lösung / Η λύση



Bertolt Brecht
Die Lösung

Nach dem Aufstand des 17. Juni
Ließ der Sekretär des Schriftstellerbands
In der Stalinallee Flugblätter verteilen
Auf denen zu lesen war, daß das Volk
Das Vertrauen der Regierung verscherzt habe
Und es nur durch verdoppelte Arbeit
Zurückerobern könne. Wäre es da
Nicht doch einfacher, die Regierung
Löste das Volk auf und
Wälte ein anderes?

Η λύση

Μετά τον ξεσηκωμό στις 17 του Ιούνη
Ο Γραμματέας της Ένωσης των Συγγραφέων
Έδωσε και μοιράσανε φέιγ-βολάν στη Λεωφόρο Στάλιν
Που έγραφαν πως ο λαός
Είχε πια χάσει την εμπιστοσύνη της Κυβέρνησης
Και πως να την ξανακερδίσει θα μπορούσε
Με δυο φορές δουλειά. Μα αν είναι έτσι
Δε θα 'ταν ευκολότερο για την Κυβέρνηση
Να διαλύσει το λαό
Και να εκλέξει έναν άλλο;


μετάφραση: Βασίλης Πολύζος

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Κώστας Καρυωτάκης, αντίλογος σε κυβερνητικά και άλλα λαϊκιστικά



Κώστας Καρυωτάκης
ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο-δύο μες στα γραφεία,
(Ηλεκτρολόγοι θα'ναι η πολιτεία
κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν.)

Κάθονται στις καρέκλες, μουντζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
"Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν" διαβεβαιώνουν.

Και μονάχα η τιμή τούς απομένει,
όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.

Κώστας Καρυωτάκης, Σάτιρες, Δημόσιοι Υπάλληλοι

γαλέρα,
ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2004

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Edgar Allan Poe, The Bells / Το Φεγγάρι πάνω από το Λιβάδι




Edgar Allan Poe
The Bells

Για την Ελένη


I

Hear the sledges with the bells -
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells -
From the jingling and the tinkling of the bells.


II

Hear the mellow wedding bells -
Golden bells!
What a world of happiness their harmony foretells!
Through the balmy air of night
How they ring out their delight! -
From the molten - golden notes,
And all in tune,
What a liquid ditty floats
To the turtle - dove that listens, while she gloats
On the moon!
Oh, from out the sounding cells,
What a gush of euphony voluminously wells!
How it swells!
How it dwells
On the Future! - how it tells
Of the rapture that impels
To the swinging and the ringing
Of the bells, bells, bells -
Of the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells -
To the rhyming and the chiming of the bells!


III

Hear the loud alarum bells -
Brazen bells!
What a tale of terror, now, their turbulency tells!
In the startled ear of night
How they scream out their affright!
Too much horrified to speak,
They can only shriek, shriek,
Out of tune,
In a clamorous appealing to the mercy of the fire,
In a mad expostulation with the deaf and frantic fire,
Leaping higher, higher, higher,
With a desperate desire,
And a resolute endeavor
Now - now to sit, or never,
By the side of the pale - faced moon.
Oh, the bells, bells, bells!
What a tale their terror tells
Of Despair!
How they clang, and clash and roar!
What a horror they outpour
On the bosom of the palpitating air!
Yet the ear, it fully knows,
By the twanging,
And the clanging,
How the danger ebbs and flows;
Yet the ear distinctly tells,
In the jangling,
And the wrangling,
How the danger sinks and swells,
By the sinking or the swelling in the anger of the bells -
Of the bells -
Of the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells -
In the clamor and the clanging of the bells!


IV

Hear the tolling of the bells -
Iron bells!
What a world of solemn thought their monody compels!
In the silence of the night,
How we shiver with affright
At the melancholy menace of their tone!
For every sound that floats
From the rust within their throats
Is a groan.
And the people - ah, the people -
They that dwell up in the steeple,
All alone,
And who, tolling, tolling, tolling,
In that muffled monotone,
Feel a glory in so rolling
On the human heart a stone -
They are neither man nor woman -
They are neither brute nor human -
They are Ghouls: -
And their king it is who tolls: -
And he rolls, rolls, rolls,
Rolls
A paean from the bells!
And his merry bosom swells
With the paean of the bells!
And he dances, and he yells;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the paean of the bells: -
Of the bells:
Keeping time, time, time
In a sort of Runic rhyme,
To the throbbing of the bells -
Of the bells, bells, bells: -
To the sobbing of the bells: -
Keeping time, time, time,
As he knells, knells, knells,
In a happy Runic rhyme,
To the rolling of the bells -
Of the bells, bells, bells -
To the tolling of the bells -
Of the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells, -
To the moaning and the groaning of the bells.


εικόνα:
"Το Φεγγάρι πάνω από το Λιβάδι"
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2005

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Γιώργος Σεφέρης, Νιζίνσκι / Nijinski by V.Polyzos




ΝΙΖΙΝΣΚΙ

Παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τ' αναμμένα
κάρβουνα. Κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο κουτί κόκκινα
σπίρτα. Μου το 'δειξε σαν τους ταχυδακτυλουργούς που
βγάζουν από τη μύτη του διπλανού μας ένα αβγό. Τράβηξε
ένα σπίρτο, έβαλε φωτιά στο κουτί, χάθηκε πίσω από μια
πελώρια φλόγα, κι ύστερα στάθηκε μπροστά μου. Θυμάμαι
το βυσσινί του χαμόγελο και τα γυαλένια του μάτια.
Ένα οργανέτο στο δρόμο χτυπούσε ολοένα την ίδια νότα.
Δεν ξέρω να πω τι φορούσε. Μ' έκανε να συλλογίζομαι
επίμονα ένα πορφυρό κυπαρίσσι. Σιγά σιγά τα χέρια του
άρχισαν να ξεχωρίζουν από το τεντωμένο του κορμί σε
σταυρό. Από πού μαζεύτηκαν τόσα πουλιά; Θα 'λεγες
πως τα είχε κρυμμένα κάτω από τις φτερούγες του. Πετούσαν
αδέξια, παλαβά, με ορμή -χτυπούσαν πάνω στους τοίχους
της στενής κάμαρας, πάνω στα τζάμια, και στρώνανε
το πάτωμα σα χτυπημένα. Ένιωθα στα πόδια ένα
ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει.
Τον κοίταζα με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί
μου σαν κυκλοφορία. Όταν τέλειωσε να υψώνει τα χέρια,
όταν οι παλάμες του άγγιξαν η μια την άλλη, έκανε ένα
ξαφνικό πήδημα, σα να είχε σπάσει το ελατήριο του
ρολογιού μπροστά μου. Χτύπησε στο ταβάνι που ήχησε
μονοκόμματα μ' έναν ήχο κυμβάλου, τέντωσε το δεξί του χέρι,
έπιασε το σύρμα της λάμπας, κουνήθηκε λιγάκι, αφέθηκε,
κι άρχισε να γράφει μέσα στο σκοτεινό φως, με το κορμί
του τον αριθμό 8. Το θέαμα αυτό με ζάλισε και σκέπασα
με τα δυο μου χέρια το πρόσωπό μου. Έσφιγγα το σκοτάδι
πάνω στα βλέφαρά μου, ακούγοντας το οργανέτο που
εξακολουθούσε ακόμη στην ίδια νότα κι έπειτα σταμάτησε
απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε, παγωμένος.
Ένιωσα τα πόδια μου ξυλιασμένα. Άκουσα ακόμη ένα
χαμηλό και βελουδένιο ήχο φλογέρας, κι αμέσως έπειτα,
ένα στρωτό και παχύ πλατάγισμα. ΄Ανοιξα τα μάτια. Τον
είδα πάλι να πατά με τα νύχια σε μια κρουσταλλλένια σφαίρα,
στη μέση της κάμαρας, κρατώντας στο στόμα ένα αλλόκοτο
πράσινο σουραύλι, που το κυβερνούσαν τα δάχτυλά του,
σα να ήταν εφτά χιλιάδες. Τα πουλιά τώρα ξανα-
ζωντάνευαν με μια εξωφρενική τάξη, υψωνόντουσαν,
σμίγανε, σχηματίζανε μια χοντρή συνοδεία που θα
μπορούσες να την αγκαλιάσεις, και βγαίναν προς τη νύχτα,
από το παράθυρο που δεν ξέρω πως, βρέθηκε ανοιχτό.
Όταν δεν απόμεινε πια ούτε μισή φτερούγα, εκτός από
μια πνιγερή μυρωδιά κυνηγιού, αποφάσισα να τον
κοιτάξω κατά πρόσωπο. Πρόσωπο δεν υπήρχε- πάνω από
το πορφυρό κορμί, θα 'λεγες ακέφαλο, καμάρωνε μια μαλα-
ματένια προσωπίδα, από εκείνες που βρέθηκαν στους
μυκηναϊκούς τάφους, μ' ένα μυτερό γένι που άγγιζε την
τραχηλιά. Προσπάθησα να σηκωθώ. Δεν είχα κάνει την
πρώτη κίνηση, κι ένας κατακλυσμιαίος ήχος, σαν να είχαν
σωριαστεί μια στοίβα τάσια σε νεκρώσιμο εμβατήριο με
κάρφωσε στη θέση μου. Ήταν η προσωπίδα. Το πρόσωπό
του φανερώθηκε πάλι, όπως το είδα στην αρχή, τα μάτια,
το χαμόγελο και κάτι που τώρα παρατηρούσα για πρώτη
φορά: το λευκό δέρμα τεντωμένο από δυο κατάμαυρα
τσουλούφια που το δάγκωναν μπροστά στ' αυτά.
Δοκίμασε να πηδήξει, μα δεν είχε πια την ευκινησία του
την πρώτη. Θαρρώ μάλιστα πως σκόνταψε σ' ένα βιβλίο
πεσμένο κατά τύχη και γονάτισε με το ένα γόνατο.
Μπορούσα τώρα να τον κοιτάξω με προσοχή. Έβλεπα τους
πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα. Κάτι
σα λαχάνιασμα με βάραινε. Προσπάθησα να εξηγήσω
γιατί τα μάτια του μου είχαν φανεί τόσο περίεργα.
Τα 'κλεισε. ΄Εκανε να σηκωθεί, μα θα είταν τρομερά δύσκολο,
γιατί φαινόταν ν' αγωνίζεται να μαζέψει όλη του τη
δύναμη, χωρίς να μπορεί να καταφέρει τίποτε. Απεναντίας
γονάτισε και με το άλλο γόνατο. Έβλεπα το άσπρο δέρμα
τρομερά χλωμό. προς ένα κίτρινο φιλντισί, και τα μαύρα
μαλλιά σα πεθαμένα. Μολονότι βρισκόμουνα μπροστά
σε μιά αγωνία, είχα το συναίσθημα πως είμουν καλύτερα,
πως είχα κάτι νικήσει.
Δεν πρόφταξα να ανασάνω και τον είδα, ολότελα
πεσμένο χάμω, να βυθίζεται μέσα σε μια πράσινη παγόδα
που είναι ζωγραφισμένη πάνω στο χαλί μου.

Γιώργος Σεφέρης
Νιζίνσκι
από το Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937)
πηγή: ΠΟΙΗΜΑΤΑ εκδ. ΙΚΑΡΟΣ (18η έκδοση)

NIJINSKI
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2011
(από τη σειρά "Cool Flames")

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Ερωτικός Σικελιανός, Δωρικό



Δωρικό

Με κόμη θερισμένη ως τον αυχένα
Σαν του Δωριέα Απόλλωνα, τα μέλη
Στη στενή κλίνη εκράτει παγωμένα
Μες σε βαριά αξεδιάλυτη νεφέλη.

Άδειασ’ η Αρτέμιδα όλα της τα βέλη─
Και λίγο ακόμα αν ήτανε παρθένα,
Την ηδονή κλειδώνανε, σφιμμένα,
Σαν κρύα κερήθρα τα παρθένα σκέλη.

Καθώς στου στίβου μέσα τον αγώνα
Πίθωνε ο νιος απάνω της το γόνα,
Μύρα αλειμμένος, όπως για την πάλη,
Κι αν έσπαε των χεριών της τ’ αντιστύλια,
Μ’ άργειαν πολύ, με όμια κραυγή, τα χείλια
Να σμίξουν κι’ απ’ τους ίδρωτες η αγκάλη.

'Αγγελος Σικελιανός
Λυρικός Βίος, Δωρικό

φωτο: Άγγελος Σικελιανός

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Κώστας Καρυωτάκης, Αισιοδοξία


ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράση.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε εκεί πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθή κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας, και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάση
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση.

Κώστας Καρυωτάκης, Σάτιρες, Αισιοδοξία

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Νάνος Βαλαωρίτης, 3 ποιήματα / το αναγνωστήριο, αφιέρωση


Αμνημόνευτα

Είμαι ένας ποιητής τροποποιημένος
σαν τον περιβόητο ραστακουέρο
ζοφερός την όψη και το πνεύμα
φέτος κόψαμε μαζί την πίτα

κι έπεσε το νόμισμα στη Ρίτα
μα ποια είναι η Ρίτα αυτή
που τελευταίως τόσο συχνά την
αναφέρουν στην Άπω Ανατολή

δώρο της κάνει η μητέρα της
έναν σπάνιο αρχαίο δονητή
δεν έπρεπε να το πούμε αυτό
αύριο θα σηκωθώ πρωί πρωί

να μαγειρέψω τορτελίνια
με ασυνήθιστες προϋποθέσεις
δεν αντέχω τις παρά φύσιν
ασύστολες συστάσεις τρίτων

αύριο φεύγω για την Αργεντινή
να δώσω τόπο στην οργή
να συναντήσω έναν άνθρωπο
που δεν εννοεί να εμφανιστεί

θέλει να μιλήσει αλλά δεν μπορεί
είναι αιχμάλωτος του εαυτού του
κλείνεται συχνά στην κάμαρά του
μα δεν βγαίνει ποτέ πριν ξαναμπεί

Αθήνα, 29 Γεν. 2005


ΤΣΑΪ ΜΕ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΣΑΜΠΑΝΙΑ
(το μετατοπισμένο θέμα στην ποίηση)

Περιμέναμε στην ουρά με το δίσκο
στο χέρι να φτάσει η σειρά μας
να πάρουμε το πιάτο με τα κεφτεδάκια
ένα γλυκό χωρίς ζάχαρη και μιαν

Υπέροχη πατάτα γεμιστή μεγάλη
σαν ολόκληρο τμήμα της αστυνομίας
πλήρες με χειροπέδες και κρατητήρια
με υα νεόχτιστα κελιά

Για τους τυχερούς κρατούμενους
που συλλαμβάνονται εική κι ως έτυχε
μ’ ένα με δύο με τρία και τέσσερα
παιδιά – όλοι μαζί στην κλούβα

Σε λίγο θα φανεί πού θα σε πάει
αυτό – θα μας πάει μοιραία
στη σιδηροδρομικά γραμμή
άχρηστη σαν νεκρός στην κάσα του
κι ωραία σαν στρατιωτικό νοσοκομείο

Σ’ ένα τοπίο με απίθανη θέα
από ’δώ έως τη στάση του λεωφορείου
(τι συναρπαστικές στροφές ήταν
αυτές με θέμα ένα πορνείο)
Αθήνα, Μάρτιος 2005


Ύστατο σονέτο

Τι θλιβερή ετούτη του χωρισμού η μέρα
ο ήλιος ετοιμάζει τις αποσκευές του
να πάει να φωτίσει τις σκοτωμένες
ώρες μας στην ανυπόστατη άλλη χώρα

Όπου μόλις τώρα θα σηκωθούν αγουρο-
ξυπνημένοι οι κάτοικοι που λένε
ανάποδα από μας τις λέξεις και με
τα χείλια τους προφέρουν το νερό ορενότ

Τι παράξενη μοίρα αυτή να μην
παίρνομε είδηση ότι βρισκόμαστε
στους αντίποδες του εγώ και του εσύ

αφού μαζί περάσαμε ολόκληρη ζωή
απ’ την καλή και την ανάποδη ώσπου
μας διέγραψε του ποιήματος το τέλος
Αθήνα, Οκτ. 2004


Νάνος Βαλαωρίτης
Αμνημόνευτα
Ύστατο σονέτο
από το βιβλίο Άνθη του Θερμοκηπίου
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2010

Τσάι με λεμόνι και σαμπάνια
από το βιβλίο Το ξανανοιγμένο κουτί της Πανδώρας
εκδ. ΑΓΚΥΡΑ 2006

Το αναγνωστήριο
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2004
αφιερώνεται στον Νάνο Βαλαωρίτη

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Γιώργος Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά


ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ
.......................................Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι' αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ' άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα τού πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα τού μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.
...............................................................................................Κάιρο, 20 Ιουνίου '42
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β΄
εκδ. "ΙΚΑΡΟΣ"

τοιχογραφία, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου 2005

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Sylvia Plath, April 18 / Βασίλης Πολύζος, Twilight




April 18

To D.R., who used to recite it
in memoriam

the slime of all my yesterdays
rots in the hollow of my skull

and if my stomach would contract
because of some explicable phenomenon
such as pregnancy or constipation

I would not remember you

or that because of sleep
infrequent as a moon of greencheese
that because of food
nourishing as violet leaves
that because of these

and in a few fatal yards of grass
in a few spaces of sky and treetops

a future was lost yesterday
as easily and irretrievably
as a tennis ball at
twilight

April 18,
a poem by Sylvia Plath
Twilight,
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Αρσένι Ταρκόφσκι, 2 Ποιήματα / Νοσταλγία


Απ’ το πρωί χτες σε περίμενα

Απ’ το πρωί, χτες, σε περίμενα,
το ΄ξεραν πως δε θα ’ρθεις, το ’χαν μαντέψει.
Θυμάσαι τι όμορφη μέρα ήταν;
Σωστή γιορτή. Δε χρειαζόμουν πανωφόρι.

Ήρθες πια σήμερα, κι η μέρα
βγήκε μελαγχολική, βαριά,
κι έβρεχε, κι ήταν κάπως αργά,
και τα κλαδιά κρύα από τις βροχοστάλες.
.
Η λέξη δεν παρηγορεί, τομαντίλι δε σφουγγίζει.

Πάει πια το καλοκαίρι

Πάει πια το καλοκαίρι,
θαρρείς και δεν υπήρξε.
Στη λιακάδα είναι ζεστά,
μα αυτό δε φτάνει.

Όλα γίναν τελικά,
πέσαν όλα στα χέρια μου
σαν φύλλο πενταπλό,
μα αυτό δε φτάνει.

Ό,τι κακό δε χάθηκε,
ό,τι καλό δεν ήταν μάταιο,
όλα λαμποκοπούν μες στο καθάριο φως,
μα αυτό δε φτάνει.

Η ζωή με περιμάζεψε
σώο μες στη φτερούγα της,
κι η τύχη μου πάντα βαστάει,
μα αυτό δε φτάνει.

Φύλλο δεν κάηκε,
κλαδί δεν τσάκισε...
Καθαρή σαν το γυαλί είναι η μέρα,
μα αυτό δε φτάνει.

Αρσένι Ταρκόφσκι, 2 ποιήματα
από το βιβλίο του Αντρέι Ταρκόφσκι Σμιλεύοντας το Χρόνο
μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζα
Εκδόσεις Νεφέλη 1987

Νοσταλγία, ένα εικαστικό του Βασίλη Πολύζου 2006