Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Βασίλης Πολύζος, Ο ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΕΛΛΗΝ ΚΑΙ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΤΟΥ ΝΤΟΝ




Ο ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΕΛΛΗΝ ΚΑΙ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΤΟΥ ΝΤΟΝ

Σε μια επίσκεψή μου στη Μόσχα πριν από κάμποσα χρόνια, (με την συγκυρία της συμμετοχής μου ως Νομικού Συμβούλου της ΔΕΠΑ στην ομάδα διαπραγματεύσεων για θέματα των συμβάσεων φυσικού αερίου με τη ρωσική GAZPROM) είχα τη μεγάλη χαρά και την τιμή να ξεναγηθώ στην περίφημη κρατική Γκαλερί Τρετιάκοφ (Третьяковская Галерея), την πλουσιότερη στον κόσμο σε έργα ρώσικης ζωγραφικής πινακοθήκη.

Δεν θα αναφερθώ στα ονόματα των μεγάλων ρώσων καλλιτεχνών και στα απροσμέτρητα εκθέματα που στεγάζονται στην Πινακοθήκη αυτή. Θα ήταν άλλωστε ματαιοπονία.
Θα αναφερθώ μόνο (και λόγω της ημέρας) στο δέος με το οποίο η ξεναγός μας οδήγησε στην ειδική αίθουσα (και με ειδική άδεια) στην οποία φυλάσσονται τα πιο πολύτιμα κατά την άποψή τους
εκθέματα, δηλαδή αγιογραφίες, τόσο οι πιο παλιές φερμένες από το 12ο αιώνα από την Κωνσταντινούπολη, όσο και αυτές που ιστόρησαν, ακολουθώντας και μεγαλύνοντας τη δόξα αυτής της ιερής τέχνης, οι λαμπροί ρώσοι αγιογράφοι -και σπουδαιότεροι ανάμεσά τους ένας Έλληνας ζωγράφος και φιλόσοφος, ο Θεοφάνης (Феофан Грек) , 14ος αι., και ο μέγιστος πάντων, μαθητής του Θεοφάνη, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ (1360 – 1430;). Με το θέμα σχετική η αριστουργηματική ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι «Αντρέι Ρουμπλιόφ».

(Να σημειώσω, ότι ο Θεοφάνης ο Έλλην δεν πρέπει να συγχέεται με τον μεταγενέστερο επίσης σπουδαίο αγιογράφο τον Θεοφάνη Μπαθά τον Κρήτα (16ος αι.) που ιστόρησε τον νάρθηκα του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά στα Μετέωρα και επίσης στα μοναστήρια του Αγίου Όρους, σχετικό το ντοκιμαντέρ μου Θεοφάνης ο Κρης, ΕΡΤ 1 1986).

ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΕΔΩ (από τα εκθέματα της Γκαλερί Τρετιάκοφ):
Η Παρθένος του Ντον (έργο του Θεοφάνη του Έλληνα, χρονολ. περί το 1390). Ξύλο, τέμπερα, διαστάσεις 86 Χ 67 εκ.
Β.Π. 15 Αυγούστου 2015

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (ΕΡΤ 1 1985, 1986, 1987) /4/ κόκκινοι κύκλοι στο σκοτάδι





Βασίλης Πολύζος
Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (4)
(το κείμενο της ταινίας, συνέχεια από το προηγούμενο}

© Βασίλης Πολύζος 1985

(αναδημοσίευση από το
blog emiliusx.blogspot.gr
αναρτήσεις 8.8.2011, 11.8.2011, 16.8.2011 και 19.8.2011)


               VIII

Οι ψαροπούλες πίσω μας
χάνονται μες στη θάλασσα.

Μόνο οι λάμπες τους υπάρχουν
κόκκινοι κύκλοι
που χορεύουν στο σκοτάδι.



             
              
ΙΧ

Φτάνουμε στο λιμάνι ώρα 3 το πρωί. Αρχίζει το
ξεφόρτωμα. Τα ψάρια θα φύγουν από δω για
Βόλο με το φορτηγό.
Η βροχή έχει σταματήσει. Ο Πλατανιάς κοιμάται.
Μόνο ένα καφενεδάκι στο μώλο έχει ανοιχτά ακόμη τα
φώτα του, να πιούν μια λεμονάδα οι ναυτικοί μόλις
τελειώσουν το ξεφόρτωμα.


            
                
Χ

Πρωί
μόλις φανεί ο ήλιος
και σηκωθούν οι ρόδινοι αχνοί του απόβροχου
απ’ τα βουνά ένα γύρω
θ’ αστράψει η θάλασσα καθρέφτης
ως την άκρη του ορίζοντα.

Πάνω της θα γλιστράν οι ψαροπούλες
ρίχνοντας ίσκιους στ’ ακυμάτιστα νερά
μικρά γαλάζια όνειρα.

Τα ψαροκάικα θ’ αρχίσουν πάλι να ετοιμάζονται
κι από τις τέσσερις το απόγευμα θα φύγουν ένα ένα.

Μπήκε ο Ιούλης
ο μήνας ο θαλασσινός.

Κι όσο κρατάνε τα σκοτάδια
κι οι νύχτες είναι αφέγγαρες
βγαίνουν τα γρι γρι στο ψάρεμα


ΤΕΛΟΣ
Βασίλης Πολύζος, Ιούλης 1985





Οι φωτογραφίες και 3(από πάνω προς τα κάτω)
είναι από τα καρε της ταινίας
Η φωτογραφία κάτω είναι από το ξεφόρτωμα
των ψαριών στον Πλατανιά (αρχείο μου)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Το ντοκιμαντέρ Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια
γυρίστηκε μετά από πρότασή μου το Μάη του 1985
για λογαριασμό της εκπομπής Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
και προβλήθηκε από την τηλεόραση της ΕΡΤ 1 το καλοκαίρι
του 1985, ξανα τον Ιούλιο του 1986 και για τρίτη φορά στις
26 Ιουλίου 1987.

Δημοσιογραφική επιμέλεια, σενάριο, αφήγηση:
Βασίλης Πολύζος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Λάκης Κυρλίδης
Μοντάζ: Σπύρος Ανακτορίδης
Σκηνοθεσία: Κώστας Φωτόπουλος

Το θέμα του ντοκιμαντέρ αυτού (Ψαρέματα με γρι γρι
στον Παγασητικό και πιο έξω) το έβλεπα ως ένα από μια
σειρά θεμάτων που ένιωθα πως χρωστούσα στο Βόλο και
το Πήλιο, όπως τα έζησα στα μαθητικά μου χρόνια.
Έτσι, έγραψα στο διάστημα 1984-1986, (μαζί με κάποια
μικρότερα για τον ίδια περιοχή, καθώς και με 40 περίπου άλλα
με αντικείμενο πάντοτε την ανάγνωση του ελληνικού χώρου}
τα κείμενα για τα ντοκιμαντέρ «Μπαλάντα για το Τρενάκι του
Πηλίου», «Η Κίτρινη Αποθήκη», «Τα 24 Χωριά», «Βολος, μια
πόλη θυμάται» και τα «Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια» (το
Πηλιορείτικο Κουιντέτο, όπως τα βάφτισα ως σύνολο}, με υλικό
απόλυτα οικείο και ζωντανό μέσα μου και με εκείνο που
φανερωνόταν ως δια μαγείας στη διάρκεια των γυρισμάτων.

Βασίλης Πολύζος, 8 Αυγούστου 2011

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (ΕΡΤ 1 1985, 1986, 1987) /3/ «ξέρεις τι ψάρι τρώει ένα δελφίνι στην καθισιά του;»





Βασίλης Πολύζος
Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (3)
(το κείμενο της ταινίας, συνέχεια από το προηγύμενο}
©Βασίλης Πολύζος 1985



(αναδημοσίευση από το
blog emiliusx.blogspot.gr
αναρτήσεις 8.8.2011, 11.8.2011, 16.8.2011 και 19.8.2011)


              

              
V



─ Τα δίχτυα αυτά, λέει ο Γιάννης, είναι για μικρά ψάρια.
Γαύρο, σαρδέλα, σαυρίδι και τα ρέστα. Γι’ αυτό οι τρύπες
τους είναι μικρές, να μην ξεφεύγει το ψάρι. Το δίχτυ που
βλέπεις ζυγίζει χίλια κιλά. Εξήντα οργιές πλάτος, τρακόσες
σαράντα μάκρος. Τώρα που κάναμε συνεταιρισμό μπο-
ρούμε και τ’ αγοράζουμε πολύ φθηνότερα. Παλιότερα
μας στοίχιζαν μια περιουσία.

Τα δίχτυα, με τα μολύβια στη μιαν άκρη και τους
φελλούς στην άλλη, κατεβαίνουν στο νερό σαν φράχτης.
Όση ώρα πέφτουν τα δίχτυα, το καΐκι κάνει μανούβρες, να
τα φέρει κύκλο, να κλείσουν ολόγυρα τα ψάρια, εκεί που
έχουν συναχτεί θαμπωμένα από τις λάμπες.




            VI


Στο μεταξύ ο καιρός έχει γυρίσει. Ψιλόβροχο κι αέρας,
όπως το περίμενε από ώρα ο καπετάνιος, ειδοποιημένος
με τον ασύρματο από τα γρι γρι που τράβηξαν πιο πέρα.

Όχι, βέβαια, σπουδαία πράματα, μα όσο και να ’ναι σ’
εμποδίζουν στη δουλειά, σε κάνουν να βιάζεσαι.

Το μαγγάνι μαζεύει το τεντωμένο συρματόσχοινο,
σφίγγοντας το σάκο των διχτυών. Όλο το πλήρωμα
δουλεύει αυτή την ώρα. Άλλοι ανεβάζουν τα δίχτυα κι
άλλοι τα ταχτοποιούν στην πρύμη και στην πλώρη, όπως τα
φέρνει ο μαγγανάς, τινάζοντάς τα να φύγει το Θαλασσινό
νερό από πάνω τους.

Μια σκέψη είναι στο μυαλό του καθενός. Να δούμε τι θα
βγάλουμε απόψε, δεν φαίνεται πολύ το ψάρι. Αν κρατήσει
ο καιρός, μπορεί και να ξανακαλάρουμε.




               VII

Σαυρίδια. Λιγοστή καλάδα. Καμιά εικοσαριά τελάρα, τα
υπολογίζει με το μάτι ο καπετάνιος πριν να τ΄αδειάσουν
ακόμα στο μεγάλο κάδο.
Δε φαίνεται ευχαριστημένος.
─ Να δεις άλλες φορές, μου κάνει, να μην έχουμε πού να
βάλουμε το ψάρι. Να βουλιάζει το καΐκι από το βάρος. Ας
είναι, τα ’χει αυτά η δουλειά μας. Ήταν και κείνα τα
δελφίνια που περάσαν κατά ώρα δέκα. Μπορεί να διώξανε
τα ψάρια.
─ Ξέρεις τι ψάρι τρώει ένα δελφίνι στην καθισιά του;
ρωτάει σε λίγο.
Δεν μπορώ να του δώσω απάντηση.
Ο καιρός δε λέει να στρώσει, όσο πάει χαλάει. Μέσα
στον Παγασητικό βρέχει καρεκλοπόδαρα.
Για απόψε τελειώσαμε. Γυρίζουμε στον Πλατανιά.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

το εικαστικό και φωτογραφικό υλικό
είναι του Βασίλη Πολύζου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Το ντοκιμαντέρ Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια
γυρίστηκε μετά από πρότασή μου το Μάη του 1985
για λογαριασμό της εκπομπής Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
και προβλήθηκε από την τηλεόραση της ΕΡΤ 1 το καλοκαίρι
του 1985, ξανα τον Ιούλιο του 1986 και για τρίτη φορά στις
26 Ιουλίου 1987.

Δημοσιογραφική επιμέλεια, σενάριο, αφήγηση: Βασίλης Πολύζος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Λάκης Κυρλίδης
Μοντάζ: Σπύρος Ανακτορίδης
Σκηνοθεσία:
Κώστας Φωτόπουλος

Το θέμα του ντοκιμαντέρ αυτού (Ψαρέματα με γρι γρι
στον Παγασητικό και πιο έξω) το έβλεπα ως ένα από μια
σειρά θεμάτων που ένιωθα πως χρωστούσα στο Βόλο και
το Πήλιο, όπως τα έζησα στα μαθητικά μου χρόνια.
Έτσι, έγραψα στο διάστημα 1984-1986, (μαζί με κάποια
μικρότερα για τον ίδια περιοχή, καθώς και με 40 περίπου άλλα
με αντικείμενο πάντοτε την ανάγνωση του ελληνικού χώρου}
τα κείμενα για τα ντοκιμαντέρ «Μπαλάντα για το Τρενάκι του
Πηλίου», «Η Κίτρινη Αποθήκη», «Τα 24 Χωριά», «Βολος, μια
πόλη θυμάται» και τα «Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια» (το
Πηλιορείτικο Κουιντέτο, όπως τα βάφτισα ως σύνολο}, με υλικό
απόλυτα οικείο και ζωντανό μέσα μου και με εκείνο που
φανερωνόταν ως δια μαγείας στη διάρκεια των γυρισμάτων.

Βασίλης Πολύζος, 8 Αυγούστου 2011 
          

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (ΕΡΤ 1 1985, 1986, 1987) /2/ η μοναξιά του λαμπαδόρου



Βασίλης Πολύζος
Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (2)
(το κείμενο της ταινίας, συνέχεια από το προηγύμενο}
©Βασίλης Πολύζος 1985

(αναδημοσίευση από το blog emiliusx.blogspot.gr
αναρτήσεις 8.8.2011, 11.8.2011, 16.8.2011 και 19.8.2011)


               ΙΙΙ


Το Πήλιο απλώνεται –ένα μπράτσο στο Αιγαίο-
κλείνοντας στον κόρφο του τον Παγασητικό.
Κι εκεί κοντά στην κλείδωση του αγκώνα
το ψαροχώρι ο Πλατανιάς
λιμάνι απάνεμο να πιάνουν τα καΐκια,
έχει τη Σκιάθο αριστερά
κι αντίκρυ του την Εύβοια.

Ώρα νωθρή –απομεσήμερο.
Στα μαγαζιά αποφάγανε οι πελάτες
μα δεν κουνάν απ’ τις καρέκλες τους
κάτω απ’ τις απλωμένες τέντες
κοιτάζοντας πέρα τη θάλασσα
τις ψαροπούλες που γλιστράν στο διάφανο νερό
αφήνοντας μικρούς γαλάζιους ίσκιους πίσω τους
καθώς τις κουμαντάρει με κουπί ο λαμπαδόρος
νά ’ρθουνε δίπλα στο καΐκι.

Σε λίγο τα γρι γρι θ’ αρχίσουνε να βγαίνουν.
Στερνό θα βγει το πιο μεγάλο, ο «Κωσταντίνος»,
είκοσι τρία μέτρα πλώρη-πρύμη
πλήρωμα δώδεκα νομάτοι
κι ο καπετάνιος δεκατρείς.

Φτιαγμένο το σκαρί του από ιρόκο
ξύλο αφρικάνικο
που δυναμώνει μέσα στο νερό και σφίγγει
- παράπονο δεν έχει ο καπετάνιος
απ’ όταν το αγόρασε μισό μισό με το μικρότερο αδερφό του.
Δώδεκα χρόνια τώρα
δε χρειάστηκε μεγάλο μερεμέτι
καμιά φορά μονάχα να του καθαρίσουνε τα ύφαλα
στον ταρσανά που είναι απέναντι στο Βόλο,
στα Πευκάκια.





                ΙV

Τραβάμε απάνω το σανίδι.
Φεύγουμε.

Τραβάμε ανάμεσα Εύβοια και Σκιάθο. Πίσω οι δυο
βάρκες , με τις λάμπες τους, κυλάν στ’ αυλάκι
που χαράζει η καρίνα.
Στο καΐκι η δουλειά γίνεται συντροφικά, μπορείς να πεις
και δυο κουβέντες με τους άλλους, εκεί που μπαλώνεις
τα δίχτυα, να ζητήσεις ένα τσιγάρο, αν ξέμεινες.
Μα ο λαμπαδόρος, καθισμένος κατάχαμα στη βάρκα
του, υπομονεύει αμίλητος, ώρες ατέλειωτες, παρέα με
τις σκέψεις του μονάχα.
Αφήνουμε δεξιά μας το Ποντικονήσι, με το μικρό του
φάρο μια σβηστή πυγολαμπίδα.
Δυο γλάροι που μας πήραν το κατόπι, χαράζουν κύκλους,
κόντρα στον ήλιο, με τις φτερούγες τους πορφυρωμένες.
Όρθιος στη γέφυρα ο καπετάνιος, έχει το μάτι στο ραντάρ.
Ρίχνουμε άγκυρα.
Στις βάρκες τους οι λαμπαδόροι ξυπνάν από το λήθαργο.
Δουλειά τους τώρα να φουντάρουν,
για να πιάσουνε τα ρεύματα.

Ηλιοβασίλεμα.
Οι μηχανές σβηστές. Απόλυτη γαλήνη.
Θέλουμε ώρα ακόμη ώσπου να ρίξουμε τα δίχτυα
.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ




οι φωτογραφίες 2 και 3 (η μοναξιά του λαμπαδόρου)
είναι από τα καρέ της ταινίας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Το ντοκιμαντέρ Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια
γυρίστηκε μετά από πρότασή μου το Μάη του 1985
για λογαριασμό της εκπομπής Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
και προβλήθηκε από την τηλεόραση της ΕΡΤ 1 το καλοκαίρι
του 1985, ξανα τον Ιούλιο του 1986 και για τρίτη φορά στις
26 Ιουλίου 1987.

Δημοσιογραφική επιμέλεια, σενάριο, αφήγηση: Βασίλης Πολύζος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Λάκης Κυρλίδης
Μοντάζ: Σπύρος Ανακτορίδης
Σκηνοθεσία: Κώστας Φωτόπουλος

Το θέμα του ντοκιμαντέρ αυτού (Ψαρέματα με γρι γρι
στον Παγασητικό και πιο έξω) το έβλεπα ως ένα από μια
σειρά θεμάτων που ένιωθα πως χρωστούσα στο Βόλο και
το Πήλιο, όπως τα έζησα στα μαθητικά μου χρόνια.
Έτσι, έγραψα στο διάστημα 1984-1986, (μαζί με κάποια
μικρότερα για τον ίδια περιοχή, καθώς και με 40 περίπου άλλα
με αντικείμενο πάντοτε την ανάγνωση του ελληνικού χώρου}
τα κείμενα για τα ντοκιμαντέρ «Μπαλάντα για το Τρενάκι του
Πηλίου», «Η Κίτρινη Αποθήκη», «Τα 24 Χωριά», «Βολος, μια
πόλη θυμάται» και τα «Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια» (το
Πηλιορείτικο Κουιντέτο, όπως τα βάφτισα ως σύνολο}, με υλικό
απόλυτα οικείο και ζωντανό μέσα μου και με εκείνο που
φανερωνόταν ως δια μαγείας στη διάρκεια των γυρισμάτων.

Βασίλης Πολύζος, 8 Αυγούστου 2011
 

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια (ΕΡΤ 1 1985, 1986, 1987) /1/ Καλή ψαριά!






Βασίλης Πολύζος
Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια

(αναδημοσίευση από το blog emiliusx.blogspot.gr
αναρτήσεις 8.8.2011, 11.8.2011, 16.8.2011 και 19.8.2011)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Το ντοκιμαντέρ Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια
γυρίστηκε μετά από πρότασή μου το Μάη του 1985
για λογαριασμό της εκπομπής Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
και προβλήθηκε από την τηλεόραση της ΕΡΤ 1 το καλοκαίρι
του 1985, ξανα τον Ιούλιο του 1986 και για τρίτη φορά στις
26 Ιουλίου 1987.

Δημοσιογραφική επιμέλεια, σενάριο, αφήγηση: Βασίλης Πολύζος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Λάκης Κυρλίδης
Μοντάζ: Σπύρος Ανακτορίδης
Σκηνοθεσία: Κώστας Φωτόπουλος

Το θέμα του ντοκιμαντέρ αυτού (Ψαρέματα με γρι γρι
στον Παγασητικό και πιο έξω) το έβλεπα ως ένα από μια
σειρά θεμάτων που ένιωθα πως χρωστούσα στο Βόλο και
το Πήλιο, όπως τα έζησα στα μαθητικά μου χρόνια.
Έτσι, έγραψα στο διάστημα 1984-1986, (μαζί με κάποια
μικρότερα για τον ίδια περιοχή, καθώς και με 40 περίπου άλλα
με αντικείμενο πάντοτε την ανάγνωση του ελληνικού χώρου}
τα κείμενα για τα ντοκιμαντέρ «Μπαλάντα για το Τρενάκι του
Πηλίου», «Η Κίτρινη Αποθήκη», «Τα 24 Χωριά», «Βολος, μια
πόλη θυμάται» και τα «Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια» (το
Πηλιορείτικο Κουιντέτο, όπως τα βάφτισα ως σύνολο}, με υλικό
απόλυτα οικείο και ζωντανό μέσα μου και με εκείνο που
φανερωνόταν ως δια μαγείας στη διάρκεια των γυρισμάτων.

Βασίλης Πολύζος, 8 Αυγούστου 2011


Μικρά Θαλασσινά Φεγγάρια
(το κείμενο της ταινίας}
©Βασίλης Πολύζος 1985


            I


Από Μάρτη μέχρι Νοέμβρη
όσο κρατάν τα σκοτάδια
κι οι νύχτες είναι αφέγγαρες
βγαίνουν στο ψάρεμα τα γρι γρι.

Οι λάμπες τους
μικρά θαλασσινά φεγγάρια
μια πιθαμή πάνω απ΄ το νερό
πλανεύουν με το φως τους
το γαύρο
τη σαρδέλα
τον κολιό
τη γόπα
τη μαρίδα.
Κι έτσι όπως παν κοπαδιαστά
τα σέρνουν θαμπωμένα μες στον κύκλο τωνδιχτυών.

Μπορεί και κάνα θράψαλο
να μπερδευτεί μαζί τους
εκεί που καταπίνει ένα τόσο δα σαυρίδι
και να βρεθεί παρέα στην ψαροκασέλα.

            II

Στο λιμάνι του Βόλου
τα γρι γρι ετοιμάζονται να βγουν.

Δεκαεφτά τον αριθμό
άλλα εδώ, τα υπόλοιπα στον Πλατανιά
καθένα με τις ψαροπούλες του
θ’ αρχίσουν από ώρα τέσσερις τ’ απόγευμα να φεύγουν
ένα ένα
τραβώντας ανοιχτά στον Παγασητικό
κι άλλα πιο πέρα
κατά Αλόννησο, Σκόπελο, Σκιάθο
μπορεί ακόμη
κι απάνου μέχρι τη Χαλκιδική.

Το ψάρι είναι όπου το βρεις
δε στέκεται ακίνητο να το τρυγήσεις.

Τα ψαροκάικα
τρίζουν νωχελικά στις δέστρες τους
ιδρωμένα από τη ζέστα του μεσημεριού
αναπνέοντας λαδομπογιά και πίσσα.

Γερά σκαριά
φτιαγμένα στο Πέραμα ή στη Θάσο
με ονόματα απαράλλαχτα όπως τον παλιό καιρό
-«Γοργόνα», «Καπτα-Στεφανής», «Η Παναγιά Μαζί Μας».

-Καλή ψαριά!
τσουγκρίζουν οι ψαράδες τα μικρά ποτήρια τους
καθισμένοι ώρα 12 στους καφενέδες της παραλίας
να πάρουν μιαν ανάσα
πίνοντας μικρές γουλιές το ούζο
με προσφάι δυο θρούμπες κι έναν τσίρο
λιγομίλητοι
καθένας με τις έγνοιες του.

Σκέφτονται και τον καιρό
που ’ναι ακόμα ύποπτος
δεν το ’χει τίποτε το βράδυ να γυρίσει
να φέρει κάνα ξαφνικό μπουρίνι
να πάει τζάμπα ο κόπος τους.

-Καλή ψαριά!
ξανατσουγκρίζουνε τα ρακοπότηρα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Πολύζος, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ INTERMEZZO: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην...Άγρια Δύση

 



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
στην...Άγρια Δύση!


Του Βασίλη Πολύζου
(αναδημοσίευση από το ιστολόγιο
emiliusx.blogspot.gr / 24.12.2011)

Στο προ-λογικό κείμενο του βιβλίου μου Επίλογοι και άλλα
Κεκραγάρια (εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 1999) σημείωνα, μεταξύ άλλων:
Κοσμοκαλόγερος μετέφρασε γουέστερν αντί πινακίου φακής.
Η αναφορά ήταν για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το διήγημα
The Luck of Roaring Camp του αμερικανού συγγραφέα Bret Harte,
̶ διήγημα που είχε μεταφράσει ο Παπαδιαμάντης με τίτλο
Η Καλή Τύχη του Ρώριν-Καμπ.

Είχα την καλή τύχη να διαβάσω σε πολύ μικρή ηλικία το διήγημα
αυτό στη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, σε μια έκδοση του 1905,
(ΠΑΝΔΩΡΑΣ ΤΟΜΟΣ 1), του εν Αθήναις βιβλιοπωλείου ΜΠΕΚ ΚΑΙ ΜΠΑΡΤ (*),
που περιλάμβανε επίσης το μυθιστόρημα Το Παράδοξον Έγκλημα
υπό Α. ΚΟΝΑΝ ΔΟΫΛ (τουτέστιν το A Study in Scarlet του Conan Doyle),
σε μετάφραση Χ. Άννινου. (δείτε εικόνα επάνω). Δεν θυμάμαι πώς
είχε βρεθεί στα χέρια μου ο τόμος αυτός.

Στο νου μου η μετάφραση αυτή σηματοδότησε αργότερα μιαν ακόμη
διάσταση στο έργο και την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη.
Είχα και έχω πάντοτε την εντύπωση, ότι η επιλογή του να μεταφράσει
Μπρέτ Χαρτ δεν ήταν τυχαία. Συνδέεται κατά τη γνώμη μου με την
πρώτη μεγάλη έξοδο Ελλήνων μεταναστών στο δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα προς τη γη της επαγγελίας, που την αίσθησή της συναντάμε
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη,
-έξοδο προς ένα ακόμη ψεύτικο όνειρο, παράλληλα προς την έξοδο
των αμερικάνων εποικιστών, χρυσοθηρών και παντός είδους
τυχοδιωκτών προς την άγρια δύση και προς το ψευδεπίγραφο
και εφιαλτικό αmerican dream (στην πρώτη του εμφάνιση), που
περιγράφει στα διηγήματά του ο Μπρετ Χαρτ, αυτός ο αφελής
λαϊκός κοινωνιστής εκείνων των ημερών, περίπου σύγχρονος
του Παπαδιαμάντη και θαυμαστής του Καρόλου Ντίκενς.

Πολλά χρόνια πρίν από την έκδοση των Κεκραγαρίων (αν θυμάμαι
καλά στα μέσα της δεκαετίας του 80) σε ημερίδα για τον
Παπαδιαμάντη που οργανώθηκε στο Πνευματικό Κέντρο
του Δήμου Αθηναίων, όπου είχα παρευρεθεί, έκανα μια εκ του
προχείρου παρέμβαση για το θέμα αυτό και για τη σημασία του
στο να διαφωτίσει μια ακόμη πτυχή του έργου του Παπαδιαμάντη.

Παραθέτω παρακάτω ένα εκτεταμένο απόσπασμα από
τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, καθώς και το αντίστοιχο
κομμάτι του πρωτότυπου, για την αντιπαραβολή.
Είναι πράγματι μοναδικός ο τρόπος που ο μεγάλος Σκιαθίτης
λογοτέχνης μεταφέρει απαραμείωτα την γλωσσική αίσθηση,
το κλίμα του wild west, το πικρό, στακάτο χιούμορ, τη σκληράδα
και την τρυφερότητα μαζί, που στοιχειώνει την αφήγηση
του Μπρετ Χαρτ.

Βασίλης Πολύζος 23/12/2011

(*) Οι Βαυαροί Μπεκ και Μπαρτ διατηρούσαν βιβλιοπωλείο στην Πλατεία
Συντάγματος. Το 1898 ο Κώστας Ελευθερουδάκης συνεταιρίστηκε μαζί τους
και μερικά χρόνια αργότερα το βιβλιοπωλείο περιήλθε εξ ολοκλήρου
σ’ αυτόν. Δείτε σχετικά άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη στην εφημερίδα
ΤΟ ΒΗΜΑ,12.3.2006, Η νίκη της Νίκης
Β.Π.

Η ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΡΩΡΙΝ-ΚΑΜΠ

ΥΠΟ ΜΠΡΕΤ ΧΑΡΤ
(απόσπασμα)
Μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη




“Μεγάλο κακό εγίνετο εις το Ρώριν-Καμπ. Δεν ηδύνατο να είναι
μάχη, διότι εις τα 1850 τοιούτόν τι δεν ήτο αρκετα πρωτοφανές
ίνα συναθροίση επί το αυτό όλην την μικράν αποικίαν. Όχι μόνον
οι λάκκοι και τα μεταλλεία είχον ερημωθή, αλλά και το καπηλείον
του Τούττλη είχε στείλει όλους τους χαρτοπαίκτας του, οίτινες,
σημειώσατε, αταράχως εξηκολούθησαν το παιγνίδι των την
ημέραν καθ’ ην ο Φραντσεζοπέπης και ο Κανακατζώης με δύο
πιστολιές εφόνευσαν ο είς τον άλλον εις τον εμπροσθινόν θάλαμον.
Όλον το στρατόπεδον είχε συναθροισθή εμπρός εις μίαν μπαράκαν
εις το έσχατον άκρον του περιβόλου της αποικίας. Η συνομιλία
εγίνετο με τόνον χαμηλόν, αλλά τ’ όνομα μιας γυναικός συχνά
επανελαμβάνετο. Ήτο όνομα πολύ γνωστόν εις την αποικίαν,
η Τσέροκη-Σάλλη.
Όσον ολιγώτερα είπωμεν δι’ αυτήν, τόσον καλύτερα. Ήτο μία
παλιογυναίκα, και φόβος είναι μη είχε πολλά κρίματα. Αλλά τον
καιρόν εκείνον αυτή ήτο η μόνη γυναίκα εις το Ρώριν-Καμπ, και
ακριβώς τότε κατέκειτο εις την εσχάτην ανάγκην, οπόταν τα μάλιστα
εχρειάζετο τας περιποιήσεις του ιδίου φύλου της. Παραλυμένη,
εγκαταλελειμμένη και άφιλος, υπέφερε βάσανα, αρκετά σκληρά ήδη
ανίσως περιεβάλλετο από άλλων γυναικών τας συμπαθείας, πλην
τώρα τρομερά εν τη μοναξία της. Η προπατορική κατάρα ήλθεν επ’
αυτήν εν τη αρχεγόνω εκείνη μοναξία, ήτις τόσον φοβεράν πρέπει να
έκαμε την τιμωρίαν της πρώτης παραβάσεως. Και εις την στιγμήν
καθ’ ην τα μέγιστα είχεν ανάγκην της εμφύτου τρυφερότητος και
νοσηλείας του φύλου της, αντίκρυζε μόνοντα σκληρά όμματα των
αρρένων συναποίκων της. Ουχ ήττον ολίγοι εκ των θεατών είχον
συγκινηθή, πιστεύω, από τους πόνους της. Ο Σάνδης Τίπτων εφρόνει
ότι ήτο κάπως σκληρόν δια την Σάλλην, και εις την σκέψιν περί της
καταστάσεώς της επί στιγμήν ηθέλησε να λησμονήσει μεγαλοψύχως
το γεγονός ότι είχεν ένα άσσον και δύο ατού εις την χειρίδα του.

Πρέπει να σημειωθή, προσέτι, ότι η περίστασις ήτο πρωτοφανής.
Ο θάνατοι δεν ήσαν ποσώς άγνωστοι εις Ρώριν-Καμπ, αλλά
γέννησις ήτο καινοφανές πράγμα. Πολλοί απεπέμφθησαν από το
πόλισμα τελειωτιώς, οριστικώς, και χωρίς να είναι δυνατόν να
επιστρέψωσιν˙ αλλ’ αυτή ήτο η πρώτη φορά καθ’ ην εισήγετό τις
εις αυτό από της πρώτης στιγμής του βίου του. Εντεύθεν η κρατούσα
έξαψις.
̶ Πήγαινε μέσα, Στούμπη, είπεν είς προέχων πολίτης, όστις ωνομάζετο
επι το πομπωδέστερον Κεντούκιος, απευθυνόμενος προς ένα από
τους αργοσχόλους. Πήγαιν’ εκεί μέσα, και ιδέ τι μπορείς να κάμεις.
Έχεις πειραν ς’ αυτά τα πράγματα.

Ίσως και να ήτο κατάληλος η εκλογή. Ο Στούμπης, εις άλλα μέρη,
είχε χρηματίσει οικογενειάρχης εις το διπλούν˙ και χάρις εις
μερικάς παρατυπίας ως προς τα συνοικέσια ταύτα, το Ρώριν-Καμπ,
ως πόλις-άσυλον όπου ήτον, τον είχεν αποκτήσει πολίτην. Το πλήθος
επεκρότησε την εκλογήν, και ο Στούμπης είχε την φρόνησιν να
υποταχθή εις την πλειονοψηφίαν. Η θύρα εκλείσθη οπίσω από τον
αυτοσχέδιον χειρουργόν και μαιευτήρα, και το Ρώριν-Καμπ εκάθισεν
απ’ έξω, εκάπνιζε την πίπαν του, και επερίμενε την έκβασιν…”
................................................................

THE LUCK OF ROARING CAMP

(excerpt)
By Bret Harte (1836-1902)



“THERE was commotion in Roaring Camp. It could not have been a
fight, for in 1805 that was not novel enough to have called together
the entire settlement. The ditches and claims were not only deserted,
but “Tuttle’s grocery” had contributed its gamblers, who, it will be
remembered, calmly continued their game the day that French Pete
and Kanaka Joe shot each other to death over the bar in the front room.
The whole camp was collected before a rude cabin on the outer edge
of the clearing. Conversation was carried on in a low tone, but
the name of a woman was frequently repeated. It was a name familiar
enough in the camp,—“Cherokee Sal.”
Perhaps the less said of her the better. She was a coarse, and, it is
to be feared, a very sinful woman. But at that time she was the only
woman in Roaring Camp, and was just then lying in sore extremity,
when she most needed the ministration of her own sex. Dissolute,
abandoned, and irreclaimable, she was yet suffering a martyrdom
hard enough to bear even when veiled by sympathizing womanhood,
but now terrible in her loneliness. The primal curse had come to her
in that original isolation which must have made the punishment
of the first transgression so dreadful. It was, perhaps, part of the
expiation of her sin, that, at a moment when she most lacked her sex’s
intuitive tenderness and care, she met only the half-contemptuous
faces of her masculine associates. Yet a few of the spectators were,
I think, touched by her sufferings. Sandy Tipton thought it was
“rough on Sal,” and, in the contemplation of her condition, for a
moment rose superior to the fact that he had an ace and two
bowers in his sleeve.
It will be seen, also, that the situation was novel. Deaths were by no
means uncommon in Roaring Camp, but a birth was a new thing.
People had been dismissed the camp effectively, finally, and with
no possibility of return; but this was the first time that anybody had
been introduced ab initio. Hence the excitement.
“You go in there, Stumpy,” said a prominent citizen known as “Kentuck,”
addressing one of the loungers. “Go in there, and see what you kin do.
You’ve had experience in them things.”
Perhaps there was a fitness in the selection. Stumpy, in other climes,
had been the putative head of two families; in fact, it was owing
to some legal informality in these proceedings that Roaring Camp
—a city of refuge—was indebted to his company. The crowd approved
the choice, and Stumpy was wise enough to bow to the majority.
The door closed on the extempore surgeon and midwife, and Roaring
Camp sat down outside, smoked its pipe, and awaited the issue…”
……………………………………………………………………….