Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Holy Ghosts. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Holy Ghosts. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

ο Βασίλης Πολύζος διαβζει το ποίημα ΙΘΑΚΗ του Κ. Π. Καβάφη





 
ΙΘΑΚΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

video

Ο Βασίλης Πολύζος διαβάζει
την Ιθάκη του Κωνσταντίνου Καβάφη


Odyssey
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου
 
2013



Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Βασίλης Πολύζος / Translating T. S. Eliot: Journey of the Magi





Το Ταξίδι των Μάγων

«Μας βρήκε κρύο τσουχτερό
Στην πιο τραχιά περίοδο της χρονιάς
Για ένα ταξίδι και ταξίδι τόσο μακρινό:
Δρόμοι που βούλιαζαν, καιρός ξυράφι
Μέσα στο καταχείμωνο.»
Γδαρμένες οι καμήλες, με πληγές στα πόδια, χολιασμένες
Να κείτονται απάνου στο μισολιωμένο χιόνι.
Ήταν ώρες που νοσταλγούσαμε
Τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τα λιακωτά,
Τις μεταξένιες κόρες να κερνάν σερμπέτια.
Κι ύστερα οι καμηλιέρηδες με βλαστημιές και μούρμουρο
Να παίρνουν δρόμο, να ζητάν πιοτί, γυναίκες,
Τις νύχτες οι φωτιές να σβήνουν, να μην έχουμε κατάλυμα
Κι οι πόλεις εχθρικές κι οι κωμοπόλεις μίζερες
Και τα χωριά μες στη βρομιά και την ακρίβεια:
Μας βρήκαν μέρες δύσκολες.
Και τελικά κρίναμε πιο σωστό να ταξιδεύουμε τη νύχτα,
Με λίγον ύπνο στ’ αρπαχτά,
Όπου ακούγαμε φωνές να τραγουδάν στ’ αυτιά μας
Πως όλα αυτά ήταν μια αποκοτιά.

Κι ύστερα ξημερώματα φτάσαμε σε μια ήμερη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη ζώνη του χιονιού, που μοσχοβόλαε χλωρασιά,
Μ’ ένα μικρό ποτάμι και μ’ έναν νερόμυλο που χτύπαε στο σκοτάδι
Και τρία δέντρα, χαμηλά στον ουρανό.
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο έφυγε καλπάζοντας μες στο λιβάδι.
Κι από κει φτάσαμε σε μια ταβέρνα μ’ αμπελόφυλλα στο ανώφλι,
Στην ανοιχτή της πόρτα έξι χέρια παίζαν αργυρά νομίσματα στα ζάρια,
Και κάτι πόδια κλώτσαγαν τα άδεια ασκιά κρασιού
Μα δεν υπήρχε είδηση και πήραμε ξανά το δρόμο
Και πέφτοντας το σούρουπο, την τελευταία στιγμή
Βρήκαμε αυτό το μέρος· κι άξιζε, θαρρώ, τον κόπο μας.
Πάει πολύς καιρός που ’γινε αυτό, θυμάμαι,
Και πάλι αν ήταν θε να το ’κανα. Μα γράψε
Τούτο γράψε
Τούτο: τραβήξαμε όλο αυτό το δρόμο
Για Γέννα ή για Θάνατο; Σίγουρα ήταν Γέννα,
Το ’δαμε με τα μάτια μας, χωρίς αμφιβολία. Γέννα και θάνατο είχα ξαναδεί
Μα νόμιζα πως ήταν κάτι αλλιώτικο· ετούτη η Γέννα ήταν
Σκληρή κι ολόπικρη αγωνία για μας, σαν Θάνατος, ο θάνατός μας.
Γυρίσαμε στις χώρες μας, σε τούτα τα Βασίλεια,
Μα ησυχία πια δεν έχουμε εδώ, με την παλιά μας πίστη,
Μ’ έναν ξένο λαό με τους θεούς του σφιχταγκαλιασμένο.
Χαρά μου θα ’ταν ένας άλλος θάνατος.


T.S.Eliot, Journey of the Magi, 1927 (Ariel Poems)
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Πολύζος
, 2010

τοιχογραφία, μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου, 2005



 

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Dylan Thomas, And Death Shall Have No Dominion




Dylan Thomas
And Death Shall Have No Dominion



And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.


Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Αναδυομένη




Αναδυομένη

Στο ρόδινο μακάριο φως, να ‘με, ανεβαίνω της αυγής,

με σηκωμένα χέρια.

Η θεία γαλήνη με καλεί του πέλαου, έτσι για να βγω

προς τα γαλάζια αιθέρια.


Μα ω οι άξαφνες πνοές της γης, που μες τα στήθια μου χυμούν

κι ακέρια με κλονίζουν!

Ω Δία, το πέλαγο ειν’ βαρύ και τα λυτά μου τα μαλλιά

σαν πέτρες με βυθίζουν!


Αύρες, τρεχάτε, ω Κυμοθόη, ω Γλαύκη, ελάτε, πιάστε μου

τα χέρια απ’ τη μασκάλη.

Δεν πρόσμενα, έτσι μονομιάς παραδομένη να βρεθώ

μες στου Ήλιου την αγκάλη.



ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Αναδυομένη
ΛΥΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
έκδ. ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
1947

εικόνα
surfacing
μετείκασμα του Βασίλη Πολύζου
2014

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Κωστής Παλαμάς: εικονογραφώντας το τροχαϊκό βήμα της υστεροβυζαντινής εξόδου στη Δύση




..............................................

Κ’ ένας ένας κι από δύο

κι από τρεις ανταμωμένοι,

κι από τέσσεροι κι ακόμα

πιο πολλοί, κρατάν και σφίγγουν

τυλιγάδια και βιβλία

σε χρυσές κι ελεφαντένιες

πλούσια σκαλισμένες θήκες,

και πηγαίνουνε μ’ εκείνα,

και στα χέρια και στους ώμους

και στους κόρφους τα βαστάνε,

λείψαν’ άγια σάμπως να ’ναι

και θαματουργές εικόνες

και βαριά σταμνιά γιομάτα

με τη στάχτη των προγόνων.

Τυλιγάδια και βιβλία

πόχουν πρόσωπα πορφύρες,

που είν’ οι σάρκες τους μετάξια,

και λογής λογής το μάκρος

και το σχήμα και το χρώμα.

Σκεπασμένα και μακριάθε

τα θωρείς και λες πως είναι

στύλοι, λες βωμοί σβησμένοι

και σημαίες και θυμιατήρια

και ρηγάδικες κορώνες.

Σαν θεών αγάλματα είναι,

σαν ανάγλυφα είν’ ηρώων,

προφητών οράματα είναι,

και κιβούρια και μνημούρια.

Τάματα είναι και τα πάνε

να τ’ αφήσουνε στα πόδια

κάποιων είδωλων και κόσμων

που τα καρτεράν και στέκουν

και γιορτάζουν πανηγύρια

μέσα σε ναούς και τόπους,

πέρα ολόμακρα, και στέκουν

κ’ οι ναοί κ’ οι τόποι και όλα

και προσμένουν και προσμένουν

να φωτοντυθούν μ’ εκείνα.
.................................................



Κωστής Παλαμάς
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου
Λόγος Ε΄ - Ο Θάνατος των Αρχαίων
(απόσπασμα)

εικόνα
Έξοδος
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2004

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

σαν τον Αϊ-Γιώργη, λίγο πιο μικρός! (η ποίηση που θα 'θελα να μπορώ να γράψω Β.Π.)






ΜΙΛΤΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ
O Τάκη-Πλούμας

Στα παιδικά μου χρόνια, ο πιο μεγάλος

αξάδερφός μου μ' έπαιρνε μαζί

στα πανηγύρια, που ήτανε, παρ' άλλος,

 πρώτος στην ομορφιά και στην ορμή.

 

 Τι ωραίος! Τον θυμούμαι, αστροβολούσε

καβάλα στο φαρί του, βυσσινιά

φέρμελη χρυσοκέντητη εφορούσε,

γιουρντάνια από βενέτικα φλουριά.

 

 Του Καπετάν πασά φόραε την πάλα

και το χαρμπί του Μπότσαρη, και δυο,

στου σελαχιού του ανάμεσα τη σπάλα,

πιστόλια από τ' Αλή το θησαυρό.

 

 Φουστανελίτσα φόραε ζυγιασμένη

και κάλτσες και τσαρούχια φουντωτά,

 παραγγελιά απ' τα Γιάννενα φερμένη,

γαντζούδια πρεβεζάνικα, ασημιά.

 

 Έτσι σιαγμένος, κι έχοντας στον ώμο

 το καριοφίλι, χαίτη και λουριά

 στο χέρι του, ελαμπάδιζε το δρόμο,

χιμώντας απ' την Πύλη την πλατιά.

 

 Κ' εγώ, λίγο ξοπίσω του, όλο θάμπος,

 στο γλήγορο αλογάκι μου κι εγώ,

δυνόμουν ναν τον φτάνω, κι ήμουν σάμπως

 να 'χα φτερά, κορμάκι αερινό.

 

 Κι ως τρέχαμε, θυμάμαι, τα κλεισμένα

 στο τουνεζί φεσάκι του, σγουρά,

σκόρπια τριγύρα, φέγγανε, σαν ένα

γνεφάκι απ' αναμμένη αθημωνιά.

 

 Κι ως πύρωνεν ακόμα στη φευγάλα,

 τρικυμισμένος κι όλος μες στο φως,

 χρυσόχυτος μου εφάνταζε καβάλα,

 σαν τον Αϊ-Γιώργη, λίγο πιο μικρός...

 

 Ω! το λεβέντη του Μεσολογγιού μας,

τον ήλιο της αυγούλας μου ζωής!

Και να μετρώ, και να 'ναι, ο Τάκη-Πλούμας,

τριάντα τρία χρόνια μες στη γης...




Ο Τάκη-Πλούμας
από Τα Μεσολογγίτικα
του Μιλτιάδη Μαλακάση


μαλαματένιο φυλαχτό του Τάκη-Πλούμα
μια ζωγραφιά του Βασίλη Πολύζου
2007
 

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Vasilis Polyzos, The Magic Liberation of Gabriel García Márquez (subtrAxion 1 to 7)





subtrAxion 1 to 7

a poem by Vasilis Polyzos
dedicated to
The Magic Liberationof Gabriel García Márquez
(imported here from emiliusx.blogspot.gr /18 April 1014)










©
Βασίλης Πολύζος 17 Απριλίου
2014

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Ουλαλούμ



Γιάννης Σκαρίμπας
ΟΥΛΑΛΟΥΜ
 
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
 απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
 κι από τα δάσα.
 
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
 και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
 και νειό φεγγάρι . . .
 
Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
 χρυσή κουβέντα:
 
. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
 καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
 προς τη Σελήνη . . .
 
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
 
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
 κι εσύ με μένα.
 
Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .






Video

Νικόλας Άσιμος
ουλαλούμ

εικόνα
Γιάννης Σκαρίμπας
μετείκασμα του Βασίλη Πολύζου
2014
 

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Πολύζος, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ INTERMEZZO: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην...Άγρια Δύση

 



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
στην...Άγρια Δύση!


Του Βασίλη Πολύζου
(αναδημοσίευση από το ιστολόγιο
emiliusx.blogspot.gr / 24.12.2011)

Στο προ-λογικό κείμενο του βιβλίου μου Επίλογοι και άλλα
Κεκραγάρια (εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 1999) σημείωνα, μεταξύ άλλων:
Κοσμοκαλόγερος μετέφρασε γουέστερν αντί πινακίου φακής.
Η αναφορά ήταν για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το διήγημα
The Luck of Roaring Camp του αμερικανού συγγραφέα Bret Harte,
̶ διήγημα που είχε μεταφράσει ο Παπαδιαμάντης με τίτλο
Η Καλή Τύχη του Ρώριν-Καμπ.

Είχα την καλή τύχη να διαβάσω σε πολύ μικρή ηλικία το διήγημα
αυτό στη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, σε μια έκδοση του 1905,
(ΠΑΝΔΩΡΑΣ ΤΟΜΟΣ 1), του εν Αθήναις βιβλιοπωλείου ΜΠΕΚ ΚΑΙ ΜΠΑΡΤ (*),
που περιλάμβανε επίσης το μυθιστόρημα Το Παράδοξον Έγκλημα
υπό Α. ΚΟΝΑΝ ΔΟΫΛ (τουτέστιν το A Study in Scarlet του Conan Doyle),
σε μετάφραση Χ. Άννινου. (δείτε εικόνα επάνω). Δεν θυμάμαι πώς
είχε βρεθεί στα χέρια μου ο τόμος αυτός.

Στο νου μου η μετάφραση αυτή σηματοδότησε αργότερα μιαν ακόμη
διάσταση στο έργο και την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη.
Είχα και έχω πάντοτε την εντύπωση, ότι η επιλογή του να μεταφράσει
Μπρέτ Χαρτ δεν ήταν τυχαία. Συνδέεται κατά τη γνώμη μου με την
πρώτη μεγάλη έξοδο Ελλήνων μεταναστών στο δεύτερο μισό του 19ου
αιώνα προς τη γη της επαγγελίας, που την αίσθησή της συναντάμε
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη,
-έξοδο προς ένα ακόμη ψεύτικο όνειρο, παράλληλα προς την έξοδο
των αμερικάνων εποικιστών, χρυσοθηρών και παντός είδους
τυχοδιωκτών προς την άγρια δύση και προς το ψευδεπίγραφο
και εφιαλτικό αmerican dream (στην πρώτη του εμφάνιση), που
περιγράφει στα διηγήματά του ο Μπρετ Χαρτ, αυτός ο αφελής
λαϊκός κοινωνιστής εκείνων των ημερών, περίπου σύγχρονος
του Παπαδιαμάντη και θαυμαστής του Καρόλου Ντίκενς.

Πολλά χρόνια πρίν από την έκδοση των Κεκραγαρίων (αν θυμάμαι
καλά στα μέσα της δεκαετίας του 80) σε ημερίδα για τον
Παπαδιαμάντη που οργανώθηκε στο Πνευματικό Κέντρο
του Δήμου Αθηναίων, όπου είχα παρευρεθεί, έκανα μια εκ του
προχείρου παρέμβαση για το θέμα αυτό και για τη σημασία του
στο να διαφωτίσει μια ακόμη πτυχή του έργου του Παπαδιαμάντη.

Παραθέτω παρακάτω ένα εκτεταμένο απόσπασμα από
τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, καθώς και το αντίστοιχο
κομμάτι του πρωτότυπου, για την αντιπαραβολή.
Είναι πράγματι μοναδικός ο τρόπος που ο μεγάλος Σκιαθίτης
λογοτέχνης μεταφέρει απαραμείωτα την γλωσσική αίσθηση,
το κλίμα του wild west, το πικρό, στακάτο χιούμορ, τη σκληράδα
και την τρυφερότητα μαζί, που στοιχειώνει την αφήγηση
του Μπρετ Χαρτ.

Βασίλης Πολύζος 23/12/2011

(*) Οι Βαυαροί Μπεκ και Μπαρτ διατηρούσαν βιβλιοπωλείο στην Πλατεία
Συντάγματος. Το 1898 ο Κώστας Ελευθερουδάκης συνεταιρίστηκε μαζί τους
και μερικά χρόνια αργότερα το βιβλιοπωλείο περιήλθε εξ ολοκλήρου
σ’ αυτόν. Δείτε σχετικά άρθρο του Νίκου Μπακουνάκη στην εφημερίδα
ΤΟ ΒΗΜΑ,12.3.2006, Η νίκη της Νίκης
Β.Π.

Η ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΡΩΡΙΝ-ΚΑΜΠ

ΥΠΟ ΜΠΡΕΤ ΧΑΡΤ
(απόσπασμα)
Μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη




“Μεγάλο κακό εγίνετο εις το Ρώριν-Καμπ. Δεν ηδύνατο να είναι
μάχη, διότι εις τα 1850 τοιούτόν τι δεν ήτο αρκετα πρωτοφανές
ίνα συναθροίση επί το αυτό όλην την μικράν αποικίαν. Όχι μόνον
οι λάκκοι και τα μεταλλεία είχον ερημωθή, αλλά και το καπηλείον
του Τούττλη είχε στείλει όλους τους χαρτοπαίκτας του, οίτινες,
σημειώσατε, αταράχως εξηκολούθησαν το παιγνίδι των την
ημέραν καθ’ ην ο Φραντσεζοπέπης και ο Κανακατζώης με δύο
πιστολιές εφόνευσαν ο είς τον άλλον εις τον εμπροσθινόν θάλαμον.
Όλον το στρατόπεδον είχε συναθροισθή εμπρός εις μίαν μπαράκαν
εις το έσχατον άκρον του περιβόλου της αποικίας. Η συνομιλία
εγίνετο με τόνον χαμηλόν, αλλά τ’ όνομα μιας γυναικός συχνά
επανελαμβάνετο. Ήτο όνομα πολύ γνωστόν εις την αποικίαν,
η Τσέροκη-Σάλλη.
Όσον ολιγώτερα είπωμεν δι’ αυτήν, τόσον καλύτερα. Ήτο μία
παλιογυναίκα, και φόβος είναι μη είχε πολλά κρίματα. Αλλά τον
καιρόν εκείνον αυτή ήτο η μόνη γυναίκα εις το Ρώριν-Καμπ, και
ακριβώς τότε κατέκειτο εις την εσχάτην ανάγκην, οπόταν τα μάλιστα
εχρειάζετο τας περιποιήσεις του ιδίου φύλου της. Παραλυμένη,
εγκαταλελειμμένη και άφιλος, υπέφερε βάσανα, αρκετά σκληρά ήδη
ανίσως περιεβάλλετο από άλλων γυναικών τας συμπαθείας, πλην
τώρα τρομερά εν τη μοναξία της. Η προπατορική κατάρα ήλθεν επ’
αυτήν εν τη αρχεγόνω εκείνη μοναξία, ήτις τόσον φοβεράν πρέπει να
έκαμε την τιμωρίαν της πρώτης παραβάσεως. Και εις την στιγμήν
καθ’ ην τα μέγιστα είχεν ανάγκην της εμφύτου τρυφερότητος και
νοσηλείας του φύλου της, αντίκρυζε μόνοντα σκληρά όμματα των
αρρένων συναποίκων της. Ουχ ήττον ολίγοι εκ των θεατών είχον
συγκινηθή, πιστεύω, από τους πόνους της. Ο Σάνδης Τίπτων εφρόνει
ότι ήτο κάπως σκληρόν δια την Σάλλην, και εις την σκέψιν περί της
καταστάσεώς της επί στιγμήν ηθέλησε να λησμονήσει μεγαλοψύχως
το γεγονός ότι είχεν ένα άσσον και δύο ατού εις την χειρίδα του.

Πρέπει να σημειωθή, προσέτι, ότι η περίστασις ήτο πρωτοφανής.
Ο θάνατοι δεν ήσαν ποσώς άγνωστοι εις Ρώριν-Καμπ, αλλά
γέννησις ήτο καινοφανές πράγμα. Πολλοί απεπέμφθησαν από το
πόλισμα τελειωτιώς, οριστικώς, και χωρίς να είναι δυνατόν να
επιστρέψωσιν˙ αλλ’ αυτή ήτο η πρώτη φορά καθ’ ην εισήγετό τις
εις αυτό από της πρώτης στιγμής του βίου του. Εντεύθεν η κρατούσα
έξαψις.
̶ Πήγαινε μέσα, Στούμπη, είπεν είς προέχων πολίτης, όστις ωνομάζετο
επι το πομπωδέστερον Κεντούκιος, απευθυνόμενος προς ένα από
τους αργοσχόλους. Πήγαιν’ εκεί μέσα, και ιδέ τι μπορείς να κάμεις.
Έχεις πειραν ς’ αυτά τα πράγματα.

Ίσως και να ήτο κατάληλος η εκλογή. Ο Στούμπης, εις άλλα μέρη,
είχε χρηματίσει οικογενειάρχης εις το διπλούν˙ και χάρις εις
μερικάς παρατυπίας ως προς τα συνοικέσια ταύτα, το Ρώριν-Καμπ,
ως πόλις-άσυλον όπου ήτον, τον είχεν αποκτήσει πολίτην. Το πλήθος
επεκρότησε την εκλογήν, και ο Στούμπης είχε την φρόνησιν να
υποταχθή εις την πλειονοψηφίαν. Η θύρα εκλείσθη οπίσω από τον
αυτοσχέδιον χειρουργόν και μαιευτήρα, και το Ρώριν-Καμπ εκάθισεν
απ’ έξω, εκάπνιζε την πίπαν του, και επερίμενε την έκβασιν…”
................................................................

THE LUCK OF ROARING CAMP

(excerpt)
By Bret Harte (1836-1902)



“THERE was commotion in Roaring Camp. It could not have been a
fight, for in 1805 that was not novel enough to have called together
the entire settlement. The ditches and claims were not only deserted,
but “Tuttle’s grocery” had contributed its gamblers, who, it will be
remembered, calmly continued their game the day that French Pete
and Kanaka Joe shot each other to death over the bar in the front room.
The whole camp was collected before a rude cabin on the outer edge
of the clearing. Conversation was carried on in a low tone, but
the name of a woman was frequently repeated. It was a name familiar
enough in the camp,—“Cherokee Sal.”
Perhaps the less said of her the better. She was a coarse, and, it is
to be feared, a very sinful woman. But at that time she was the only
woman in Roaring Camp, and was just then lying in sore extremity,
when she most needed the ministration of her own sex. Dissolute,
abandoned, and irreclaimable, she was yet suffering a martyrdom
hard enough to bear even when veiled by sympathizing womanhood,
but now terrible in her loneliness. The primal curse had come to her
in that original isolation which must have made the punishment
of the first transgression so dreadful. It was, perhaps, part of the
expiation of her sin, that, at a moment when she most lacked her sex’s
intuitive tenderness and care, she met only the half-contemptuous
faces of her masculine associates. Yet a few of the spectators were,
I think, touched by her sufferings. Sandy Tipton thought it was
“rough on Sal,” and, in the contemplation of her condition, for a
moment rose superior to the fact that he had an ace and two
bowers in his sleeve.
It will be seen, also, that the situation was novel. Deaths were by no
means uncommon in Roaring Camp, but a birth was a new thing.
People had been dismissed the camp effectively, finally, and with
no possibility of return; but this was the first time that anybody had
been introduced ab initio. Hence the excitement.
“You go in there, Stumpy,” said a prominent citizen known as “Kentuck,”
addressing one of the loungers. “Go in there, and see what you kin do.
You’ve had experience in them things.”
Perhaps there was a fitness in the selection. Stumpy, in other climes,
had been the putative head of two families; in fact, it was owing
to some legal informality in these proceedings that Roaring Camp
—a city of refuge—was indebted to his company. The crowd approved
the choice, and Stumpy was wise enough to bow to the majority.
The door closed on the extempore surgeon and midwife, and Roaring
Camp sat down outside, smoked its pipe, and awaited the issue…”
……………………………………………………………………….

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

William S. Burroughs reading Poe's Annabel Lee











Edgar Allan Poe
Annabel Lee

It was many and many a year ago,
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of ANNABEL LEE;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.

I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love-
I and my Annabel Lee;
With a love that the winged seraphs of heaven
Coveted her and me.

And this was the reason that, long ago,
In this kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her highborn kinsman came
And bore her away from me,
To shut her up in a sepulchre
In this kingdom by the sea.

The angels, not half so happy in heaven,
Went envying her and me-
Yes!- that was the reason (as all men know,
In this kingdom by the sea)
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.

But our love it was stronger by far than the love
Of those who were older than we-
Of many far wiser than we-
And neither the angels in heaven above,
Nor the demons down under the sea,
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee.

For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling- my darling- my life and my bride,
In the sepulchre there by the sea,
In her tomb by the sounding sea.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Robert Burns, Three Poems and a Song!









Robert Burns (1759 – 1796)


Auld Lang Syne

 

 Should auld acquaintance be forgot,

 And never brought to mind?

 Should auld acquaintance be forgot,

 And auld lang syne!

 

 Chorus.
-For auld lang syne, my dear,

 For auld lang syne.

 We'll tak a cup o' kindness yet,

 For auld lang syne.

 

 And surely ye'll be your pint stowp!

 And surely I'll be mine!

 And we'll tak a cup o'kindness yet,

 For auld lang syne.

 
For auld, &c.

 

 We twa hae run about the braes,

 And pou'd the gowans fine;

 But we've wander'd mony a weary fit,

 Sin' auld lang syne.

 
For auld, &c.

 

We twa hae paidl'd in the burn,

Frae morning sun till dine;

But seas between us braid hae roar'd

Sin' auld lang syne.


For auld, &c.

 

 And there's a hand, my trusty fere!

 And gie's a hand o' thine!

 And we'll tak a right gude-willie waught,

 For auld lang syne.

 
For auld, &c. 




My Love,
She's But A Lassie Yet

 

 My love, she's but a lassie yet,

My love, she's but a lassie yet!

We'll let her stand a year or twa,

She'll no be half sae saucy yet!

 

I rue the day I sought her, O!

I rue the day I sought her, O!

Wha gets her need na say he's woo'd,

But he may say he has bought her, O.

 

Come draw a drap o' the best o't yet,

Come draw a drap o' the best o't yet!

Gae seek for pleasure whare ye will,

But here I never miss'd it yet.

 

We're a'dry wi' drinkin o't,

We're a'dry wi' drinkin o't!

The minister kiss't the fiddler's wife-

He could na preach for thinkin o't!


Jean

 
    Of a' the airts the wind can blaw,

   I dearly like the west,

For there the bonnie lassie lives,

   The lassie I lo'e best:

There wild woods grow, and rivers row,

   And monie a hill between;

But day and night my fancy's flight

   Is ever wi' my Jean.

 

I see her in the dewy flowers,

   I see her sweet and fair:

I hear her in the tunefu' birds,

   I hear her charm the air:

There 's not a bonnie flower that springs

   By fountain, shaw, or green;

There 's not a bonnie bird that sings,

   But minds me o' my Jean




Robert Burns
3 poems:
Auld Lang Syne
My Love, She’s But  A Lassie Yet
Jean

video
Auld Lang Syne
sung by Dougie MacLean

εικόνα

Auld Lang Syne
εικαστικό του Βασίλη Πολύζου(μνήμη Εδιμβούργου)
2013