Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα photos by βασ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα photos by βασ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Αιμιλίου Παροιμιών (5): ποιητoύ επαινολόγιον!





αν δεν παινέψεις τις λέξεις σου
θα πέσει ο στίχος σου
και θα σε πλακώσει


από την ανέκδοτη συλλογή
Αιμιλίου Παροιμιών
©Βασίλης Πολύζος 2002-2014

Emilius posing as Johann Strauss
a fottwist by Vaslilis Polyzos

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

T.S. Eliot, Aunt Helen - αποδίδει στα Ελληνικά και διαβάζει ο Βασίλης Πολύζος





T.S. Eliot
Aunt Helen



Miss Helen Slingsby was my maiden aunt,

And lived in a small house near a fashionable square

Cared for by servants to the number of four.

Now when she died there was silence in heaven

And silence at her end of the street.

The shutters were drawn and the undertaker wiped his feet—

He was aware that this sort of thing had occurred before.

The dogs were handsomely provided for,

But shortly afterwards the parrot died too.

The Dresden clock continued ticking on the mantelpiece,

And the footman sat upon the dining-table

Holding the second housemaid on his knees—

Who had always been so careful while her mistress lived.


Aunt Helen
T.S. Eliot (1888–1965)
Prufrock and Other Observations.
1920


VIDEO
Aunt Helen

αποδίδει στα Ελληνικά
και διαβάζει
ο Βασίλης Πολύζος

Εικόνα
Aunt Helen
a Cambridge photo
by Vasilis Polyzos
 

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Αιμιλίου Dicta: μίλα μου για Πεσσόα!




Αιμιλίου
Dicta
μίλα μου για Πεσσόα!


δρυός Πεσσόα
πας «ποιητής»
ξυλευέται

©Βασίλης Πολύζος
2014


εικόνα
self-snapshot

Βασίλης Πολύζος
2014

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

απλή άσκηση των δακτύλων




Ιούδας
του Βασίλη Πολύζου

είναι τόσο άκακο
να ζωγραφίζεις εικόνες χωρίς νόημα
λόγου χάριν

«έναν χιονάνθρωπο
που ορθώνει με το αριστερό του χέρι
έναν αναμμένο φαλλό
μπροστά στο αθώο πρόσωπο της εξουσίας»
ή ακόμη
«ένα δέντρο
σε πλήρη οργασμό ανθοφορίας
ανάμεσα στις καμπύλες γραμμές του τραίνου»

κι όμως
για την απλή αυτή άσκηση των δακτύλων
θα κατηγορηθείς
ότι πρόδωσες τους δασκάλους σου
αντί τριάκοντα λέξεων



Βασίλης Πολύζος
Ηλιακό Ποδήλατο

Ιούδας

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003

finger exercise
μια φωτογραφία
του Βασίλη Πολύζου
Εδιμβούργο 1999

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

η ανεκλάλητη ευτυχία των ψαριών




μαδριγάλι 

                                     I hate to see de evenin sun go down
                              cause my baby she done an lef dis town

Η μοίρα μου στο Huis ter Duin
ήταν η συνάδελφος

απ’το πανεπιστήμιο του Leiden.
Μου μίλησε για τη ρύθμιση της ενέργειας
στις Κάτω Χώρες
και για μια τουλίπα που βάφτισε η βασίλισσα
όταν επισκέφτηκε το Σπίτι στον Αμμόλοφο.
Έπειτα με κάποια συστολή
μου διηγήθηκε ένα ολλανδικό ανέκδοτο
για τον υπέργηρο πρύτανη
που πέρναγε ώρες στο παγκάκι του πάρκου
χαζεύοντας τα πόδια των κοριτσιών
καμωμένα από κρέμα σαντιγί
ή λείο βασάλτη.

― Τί κοιτάζετε, Χερ Προφέσορ;
― Κοιτάζω τις κοπέλες με τα σορτς
μα δε θυμάμαι για ποιό λόγο.

Her toothy smile. Sauerkraut.
Στην πόρτα μου λέει «καληνύχτα»
προσφέροντας το αριστερό της μάγουλο στον αέρα.

(Κυρία μου, είχα τις πιο ανεπίληπτες προθέσεις
ήθελα μόνο να γνωρίσω από κοντά
τις κάτω χώρες σας).
―Καληνύχτα.

Πάτερ ημών
είπα κατά μόνας
χτες ήμουνα
ένα κοπάδι λασπωμένα περιστέριa
χτες ήμουνα
ένας μαύρος Ιησούς απ’τη Ναμίμπια
χωρίς ένα ράντι στην τσέπη
χάρισα ένα βαρβάτο αλογάκι
από χαρτόνι αντιλόπης
σε μια καθολική καλόγρια
στην πλατεία του Αγίου Πέτρου
τα δάχτυλά μου άγγιξαν για μια στιγμή
τα δάχτυλά της.

―Αδελφή Τερέζα
ευωδιάζεις μοσχοκάρυδο και κανέλα
μη εισενέγκης με
είμαι ένας μαύρος Ιησούς απ’τη Ναμίμπια
προσευχήσου για μένα
γι’αυτό το ρίγος που σου χάρισα
για μια στιγμή
κάτω απ’τον πάναγνο αφαλό σου.

Ώρες παράλληλες με το νοτιά
ονειρεύτηκα μια κρεολή Σελήνη
κι ένα μπαλκόνι με τορνευτά κάγκελα
πάνω απ’τη θάλασσα
όπου ρεμβάζω
την ανεκλάλητη ευτυχία των ψαριών.


μαδριγάλι ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το Ηλιακό Ποδήλατο,
εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003

μαδριγάλι μια φωτογραφία του Βασίλη Πολύζου
από το
Huis ter Duin
, Noordwijk aan Zee
Ολλανδία

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

The Deliverables





Στην Κόκκινη Πλατεία


βάδιζε ώρες κυκλικές ατέλειωτες

στην πλατεία με τα κόκκινα μπαλόνια

με τα κόκκινα περιστέρια

με τις φραουλί κρεμώδεις μαμάδες

ευθυτενής λευκό υπογένειο

εξηκοντούτης ή περίπου

σχεδόν συνταξιούχος λέκτωρ στη Ρωμανική Φιλολογία

με μια ηλεκτρονική εντολή εναλλασσομένου ρεύματος

επίμονη στο κέντρο του εγκεφάλου του

από βαθείας νυκτός



στάθηκε απότομα περνώντας δίπλα μου

δεν παρέδωσα ακόμη τα παραδοτέα

μου δήλωσε έντρομος κοιτάζοντας

προς το απόλυτο κενό του μαυσωλείου

και οι καιροί ου μενετοί αγαπητέ μου

είμαι εκτός προθεσμιών

beyond deadlines: - THE DEAD LINES!

άρα νεκρός; νεκρός; νεκρός; ΝΕΚΡΟΣ???

 

είμαι ποιητής, συνέχισε, είμαι ένα νόμισμα

που λαμπυρίζει στο βυθό της στέρνας

χρυσό ή μπακιρένιο ποιος το ξέρει

ασκούμαι από ετών στην εναλλακτική στιχουργική

στη σχιζοφρένεια των λέξεων

ασκούμαι στα θολά φωνήεντα στα ρηχά σύμφωνα

 

περνάμε, αγαπητέ, περνάμε,

ήδη φύγαμε

διελάθομεν το μαρτύριον της σταγόνος

ξεφύγαμε απ’ τις οπτασίες, τις χειρονομίες

ξεφύγαμε απ’ τις στιγμιαίες επαφές, το γέλιο

απ’ τους ψηφιακούς ανθώνες του θανάτου

 

είμαι ποιητής, διαγράφω μ’ ένα κλικ τα ασήμαντα

αγέρας – delete

θάλασσα – delete

χώμα – delete

ζωή – delete

 

ψάχνω για ξεχασμένες μέρες σε παλιά τετράδια

για σημειώσεις που πια δε θυμάμαι

τι ήθελα να πω και για ποιο λόγο

ποια πρόσωπα, ποιες μυρουδιές, ποιες βουλιμίες

ποια χρώματα λυγμών;

αναρωτιέμαι

γιατί έφυγαν όλοι έτσι νωρίς πριν βγει ο ήλιος

και δεν τους πρόλαβα να παραδώσω τα παραδοτέα;

 

ξάφνου αγρίεψε:

DON’T FUCK THE BABYSITTER!

μου φώναξε κουνώντας μου απειλητικά το δάχτυλο




Στην Κόκκινη Πλατεία
ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
         από τη συλλογή Οι Διηγήσεις του Αιμιλίου Βλόγερ
         ©Βασίλης Πολύζος 2010

           Οι Μέρες του Αιμίλιου στη Μόσχα
          
φωτο.: Βασίλης Πολύζος

 

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Το ταξίδι του Αιμίλιου, ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!




         ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!

ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ! ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!
είναι ώρα να ξεγίνουν όσα δεν έγιναν
να ξεχάσουμε αυτά που δεν είπαμε
ν’ απαντήσουμε σ’ όσα δε ρωτήσαμε
να θερίσουμε αυτά που δε σπείραμε

ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ! ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!
είναι ώρα να κλείσουμε το μαγαζί
ν’ αφήσουμε τις μπίρες μας μισοπιωμένες
ν’ αδειάσουμε τη γυάλα με τα χρυσόψαρα
ν’ απογράψουμε τα κάτουρα στο πριονίδι

ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ! ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!
να σπρώξουμε τους ναυαγούς έεεόπ έεεόπ στο κύμα
να βγάλουμε ένα άλογο απ’ το συρτάρι
να πάμε βόλτα στο δάσος με τις κούκλες
να δεηθούμε υπέρ πλεόντων και οδοιπορούντων

ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ! ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!
είναι ώρα να πούμε σουσάμι άνοιξε
είναι ώρα ν’αρχίσει η νυχτωδία
να υψώσουμε τα μάτια μας προς το φεγγάρι
να χαρούμε τ’ αλυχτήματα των σκύμνων

GOEDENAVOND GENTLEMEN!
TONITE THE CHILDPORNOCOLLECTION

ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ!

ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από Το ταξίδι του Αιμίλιου στην ΄Ερημη Χώρα
εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 2008

Goedenavond, Gentlemen!
φωτο.: Βασίλης Πολύζος
The London Zoo

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Ηλιακό Ποδήλατο, νόστιμον ήμαρ



Βασίλης Πολύζος
νόστιμον ήμαρ

πέτρες φαγωμένες απ’ το  όρθιο φως
κι οι βαθιές ρυτίδες στα μέτωπα των βράχων
εδώ (before hell mouth; dry plain and two mountains;)
ακόμη και τα κόκαλα του μεγαλέξαντρου
φυλαγμένα μέσα σε κεδρινη κασέλα
στο ξωκλήσι του Αϊ-Λαυρέντη
έγιναν με τον καιρό άσπρη κιμωλία
κι ίσως κάποτε να ξαναγράψουν την ιστορία του
στο μαυροπίνακα των δικαίων

ήδη κατά ώρα δέκα ανέβασε
πυρετό η ξερολιθιά
βγάζοντας στον ήλιο τρεις οχιές
τη μια πίσω απ ’την άλλη
πρέπει να πάρουμε στον ώμο τα μωρά
πριν πατήσουν ξυπόλυτα στα φρύγανα

λέμε, δε μπορεί κάποια στιγμή θα φυσήξει
ν’ αλαφρώσει το πυρωμένο καύκαλο της χελώνας
να βγούν οι καστανιές να μας καλωσορίσουν
υψώνοντας τα κύπελλά τους στον αέρα
και τότε θα φανεί ως στήλη καπνού
στον αντικρινό λόφο με τα κοίλα κάτοπτρα
κυρτός εξάγγελος φέρων ποδήρη χιτώνα

                (Sprechgesang)
θα ψαλμωδήσει για το καφασωτό χαγιάτι
που ευώδιαζε ολοχρονίς ξερά δαμάσκηνα
και για τα δρώμενα των χελιδονιών
στον καλωδιακό θριγκό του απριλομάη


Βασίλης Πολύζος
νόστιμον ήμαρ
ένα ποίημα από το Ηλιακό Ποδήλατο
ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003

εικόνα
νόστιμον ήμαρ
 φωτογραφία του Βασίλη Πολύζου

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Την αυγή εξηγέρθη / λιωμένα ρολόγια



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ

μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ*
                1
Την αυγή εξηγέρθη
Με όλους τους άγνωστους Χ εναντίον του

Νιώθοντας βικτωριανός
Νιώθοντας παλιά γκραβούρα
Νιώθοντας λάβδανο και μπελαντόνα
(Die schöne Frau)
Νιώθοντας λεκάνη twyfords
Νιώθοντας νεκρός του πρώτου παγκοσμίου

Ach Meister mein Meister
Sie schlagen mich tot

Είμαι μια βρισιά
Είπε
Πρέπει να μιλήσω
Πριν μου κόψουν τη γλώσσα

Η μέρα ήδη σε σημείο βρασμού
Έβγαζε ζεματιστόν αχνό
Από μια μικρή σφύζουσα βαλβίδα

Θα με ακρωτηριάσουν ενώπιον ακροατηρίου
Είπε
Νιώθοντας Frida Frida
Νιώθοντας
λιωμένα ρολόγια
Νιώθοντας ξύλινα δάχτυλα
Νιώθοντας λησμονημένο χιόνι
Νιώθοντας ρυθμός κενού

Ach Meister mein Meister
Oι άνθρωποί μου πήραν να σκοτεινιάζουν
Είπε


Την αυγή εξηγέρθη

το 1ο ποίημα
από τη σπονδυλωτή σύνθεση
μια δεύτερη ανάγνωση του ποιητή Κ*
του Βασίλη Πολύζου
εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2008

εικόνα
λιωμένα ρολόγια
φωτογραφική σύνθεση του Βασίλη Πολύζου
από την έκθεση γλυπτών Salvador Dali

Saatchi Gallery, Λονδίνο, Καλοκαίρι 2005

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Τα καλοκαίρια του Αιμίλιου (3): Στη Jumièges, στο κρησφύγετο της κοντέσας de Cagliostro









ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ !

του ανταποκριτή μας Βασίλη Πολύζου
Jumieges, 2.8.2011

Όπως έίναι γνωστό, στα 1924 ο Maurice Leblanc, πατέρας
του πασίγνωστου αρχιλωποδύτη, αλλά και γνωστού ελεήμονος
και ευεργέτη Arsene Lupin, συνάντησε στην κωμόπολη Jumieges
της βόρειας Γαλλίας τη διαβόητη κοντέσα Καλιόστρο
(La Comptesse de Cagliostro) με την οποία συνέζησε
εν παρανομία και κραιπάλη για ένα ολόκληρο έτος.
Οι συναντήσεις των δύο εραστών πραγματοποιούνταν
στο σπίτι όπου διέμενε εκείνο το χρόνο ο Maurice,
αλλά και στον κήπο του ερειπωμένου αββαείου της Jumieges.

Το καλοκαίρι του 1925 η Καλιόστρο εγκατέλειψε άσπλαχνα
τον Μωρίς, φεύγοντας νύχτα για τη Διζιλάνδη, όπου και εγκαταστάθηκε,

και τότε εκείνος έγραψε τον επίλογο της ιστορίας
τον οποίο και δημοσιεύω κατωτέρω, κυρίως για τους γαλλομαθείς.

Αλλά η ιστορία της κοντέσας Καλιόστρο
δεν τελειώνει εδώ. Ο πραγματικός επίλογος γράφτηκε
από τον Αιμίλιο, τον Άνθρωπο από τη Διζιλάνδη.
Υπήρχαν φήμες, ότι η κοντέσα εμφανιζόταν κάποιες
περίεργες ώρες στον κήπο του αββαείου. Το μυστήριο
ανέλαβε να διαλευκάνει ο δαιμόνιος Αιμίλιος, ο οποίος
το περασμένο καλοκαίρι μετά από επίμονη έρευνα
κατόρθωσε να συναντήσει την κοντέσα Καλιόστρο
στο κρησφύγετό της (δείτε φωτογραφίες επάνω) .


La Comtesse de Cagliostro/Épilogue
by Maurice Leblanc
1924

Épilogue
Comme le supposait bien Raoul, tout le vaste système d’intrigues tendu pour la capture du trésor fabuleux, resta dans l’ombre. Le suicide de Beaumagnan, les aventures de la Pellegrini, la personnalité mystérieuse de la comtesse de Cagliostro, sa fuite, le naufrage du Ver-Luisant, autant de faits divers que la justice ne put pas ou ne voulut pas relier les uns aux autres. Le mémoire du cardinal-archevêque fut détruit ou disparut. Les associés de Beaumagnan se désunirent et ne parlèrent pas. On ne sut rien.

À plus forte raison, le rôle de Raoul, dans toute cette affaire, ne pouvait être soupçonné et son mariage passa inaperçu. Par quel prodige réussit-il à se marier sous le nom de vicomte d’Andrésy ? Sans doute doit-on attribuer ce tour de force aux moyens d’action formidables que lui donnaient les deux poignées de pierres précieuses prélevées sur le trésor. Avec cela… on achète bien des complicités.

Et c’est de même ainsi évidemment que le nom de Lupin se trouva un jour escamoté. Sur aucun registre d’état civil, sur aucune pièce authentique, il ne fut plus question d’Arsène Lupin, ni de son père Théophraste Lupin. Légalement, il n’y eut plus que le vicomte Raoul d’Andrésy, lequel vicomte partit en voyage à travers l’Europe avec la vicomtesse, née Clarisse d’Étigues.

Deux événements marquèrent cette époque. Clarisse mit au monde une fille qui ne vécut point. Et, quelques semaines plus tard, elle apprenait la mort de son père.

Godefroy d’Étigues, en effet, et son cousin Bennetot périrent au cours d’une promenade en barque. Accident ? Suicide ? Les deux cousins, dans les derniers temps de leur vie, passaient pour fous, et l’on admit généralement qu’ils s’étaient tués. Il y eut aussi la version du crime, et l’on s’entretint d’un yacht de plaisance qui aurait coulé la barque et se serait enfui. Mais point de preuve.

En tout état de cause, Clarisse ne voulut pas toucher à la fortune de son père. Elle en fit don à des institutions de charité.

Des années encore s’écoulèrent, années charmantes et insouciantes.

Raoul tenait l’une des promesses qu’il avait faites à Clarisse : elle fut profondément heureuse.

L’autre promesse, il ne la tint pas : il ne fut pas honnête.

Cela, il ne le pouvait pas. Il avait dans le sang le besoin de prendre, de combiner, de mystifier, de duper, de s’amuser aux dépens d’autrui. Il était, d’instinct, contrebandier, flibustier, maraudeur, pirate, conspirateur, et surtout chef de bande. En outre, à l’école de la Cagliostro, il s’était rendu compte, avec un certain orgueil, des qualités vraiment exceptionnelles qui le mettaient hors de pair. Il croyait à son génie. Il s’attribuait des droits à une destinée fantastique, en opposition avec la destinée de tous les hommes qui vivaient en même temps que lui. Il serait au-dessus de tous. Il serait le maître.

À l’insu donc de Clarisse et, sans que jamais la jeune femme eût le moindre soupçon, il monta des entreprises et réussit des affaires où, de plus en plus, s’affirma son autorité et se développèrent ses dons réellement surhumains.

Mais avant tout, se disait-il, le repos et la félicité de Clarisse ! Il respectait sa femme. Qu’elle fût et qu’elle se sût l’épouse d’un voleur, cela il ne l’admit pas.

Leur bonheur dura cinq ans. Au début de la sixième année, Clarisse mourut des suites d’une couche. Elle laissait un fils appelé Jean.

Or, le surlendemain, ce fils disparut, sans que le moindre indice permît à Raoul de découvrir qui avait pu pénétrer dans la petite maison d’Auteuil qu’il habitait ni comment on avait pu y pénétrer.

Quant à savoir d’où le coup provenait, là-dessus aucune hésitation. Raoul, qui ne doutait pas que le naufrage des deux cousins n’eût été provoqué par la Cagliostro, Raoul qui, depuis, avait appris en outre que Dominique était mort empoisonné, Raoul considéra comme établi que la Cagliostro avait organisé l’enlèvement.

Son chagrin le transforma. N’ayant plus ni femme ni fils pour le retenir, il se jeta résolument dans la voie où l’entraînaient tant de forces. Du jour au lendemain, il fut Arsène Lupin. Plus de réserve. Plus de ménagements. Au contraire. Du scandale, des provocations, de l’arrogance, un étalage de vanité et de gouaillerie, son nom sur les murs, sa carte de visite dans les coffres-forts : Arsène Lupin, quoi !

Mais, que ce fût sous ce nom, ou sous les noms divers qu’il s’amusait à prendre, qu’il se fît appeler comte Bernard d’Andrésy (il avait dérobé les papiers d’un cousin de sa famille, mort à l’étranger) ou Horace Velmont, ou colonel Sparmiento, ou duc de Charmerace, ou prince Sernine, ou don Luis Perenna, toujours et partout, au milieu de tous ses avatars et sous tous les masques, il cherchait la Cagliostro, et il cherchait son fils Jean.

Il ne retrouva pas son fils. Il ne revit jamais Joséphine Balsamo.

Vivait-elle encore ? Osait-elle se risquer en France ? Continuait-elle à persécuter et à tuer ? Devait-il admettre, en ce qui le concernait, que la menace éternellement dirigée contre lui, depuis la minute même de la rupture, aboutirait à quelque vengeance plus cruelle que l’enlèvement de son enfant ?

Toute la vie d’Arsène Lupin, folles entreprises, épreuves surhumaines, triomphes inouïs, passions démesurées, ambitions extravagantes, tout cela devait se dérouler avant que les événements lui permissent de répondre à ces questions redoutables.

Et ainsi se fait-il que sa première aventure se renoua, plus d’un quart de siècle après, à ce qu’il lui plait de considérer aujourd’hui comme sa dernière aventure.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Αιμιλίου dicta (3): κοιτάζοντας το δάσος / δρυάδες



Αιμιλίου dicta (3)

κοιτάζοντας το δάσος
χάσαμε τα δέντρα
είπε ο Αιμίλιος

"κοιτάζοντας το δάσος"
από το βιβλίο
Επίλογοι και άλλα Κεκραγάρια

εικόνα: "δρυάδες"
photo by Vassilis Polyzos 2002

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Βασίλης Πολύζος, The Great Fuck-up / Bright On


The Great Fuck-up
(or Acceleration)
του Βασίλη Πολύζου
....................................αφιέρωση

αυτό το ξανά παιδί
αραιώνει στο φως
πυκνώνει στο σκοτάδι
διαλύεται στο νερό

στις δεξιώσεις
γίνεται ανθοδέσμη
to whom it may concern

τις προάλλες
ζωγράφισε στις παλάμες του
τον τύπο των ήλων
κάρφωσε στις πατούσες του
πέταλα λουλουδιών
και κάλπαζε στο καλντερίμι

στη Στάση τού Νίκα
μου ζήτησε ένα κέρμα
για το λεωφορείο

μια μέρα στο Broadway
σε διαδήλωση μαύρης μουσικής
οι αδελφές Μπροντέ
τον έκρυψαν κάτω από τις φούστες τους

και τότε
έκανε ένα απέραντο πλονζόν
και χάθηκε

Βασίλης Πολύζος
The Great Fuck-up
(or Acceleration)
© 2003-2004

Γυμναστική τύπου “Bright On”
a photo by Vassilis Polyzos

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Βασίλης Πολύζος, εκ νέου


.
εκ νέου
.
έβγαλα το περσινό μου δέρμα
για ανακύκλωση
ήταν άλλωστε τριμμένο στις ραφές
και τετριμμένο
τα κορδόνια του σπασμένα
η γενειάδα ξεφτισμένη
.
είπα
αυτή είναι η χώρα που γεννήθηκα
με τη λαλιά του κούκου
με το μπλε φεγγάρι
με τα σεβάσμια ποτάμια
με τις μαγικές θεραπείες
της ταραντέλας
.
έβγαλα το περσινό μου δέρμα
κι ο Άγγελος του Ροκ
έγραψε στον Άγγελο της Ρέγκε
ουκ oίδα τον άνθρωπον
.
Βασίλης Πολύζος, εκ νέου
από τα ποιήματα προς ρωμαίους
© Βασίλης Πολυζος 2002-2003
.
Η Όλγα και η Μυρτώ ως άγγελοι, photo by Vassilis Polyzos

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Άννα


.
Άννα
.
Στην Αθήνα τής χάρισα μια γλαύκα
στην Πράγα ein Schloss von Franz Kafka
.
.
Άννα, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο DIZZILAND, εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 2001
.
Άννα, φωτογραφική σύνθεση του Βασίλη Πολύζου

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Μιχαήλ Μήτρας, 3 ποιήματα


ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
.
και γυρίζοντας την είδε γυμνή
την είδε γυμνή γυρίζοντας και
γυμνή γυρίζοντας και την είδε
γυρίζοντας και την είδε γυμνή
και την είδε γυμνή γυρίζοντας
γυμνή γυρίζοντας και την είδε
την είδε γυρίζοντας και γυμνή
και την είδε γυμνή γυρίζοντας
γυμνή και γυρίζοντας την είδε
.
ΑΜΦΙΘΥΜΙΑ
.
όχι τώρα ναι αργότερα ίσως μετά
ναι τώρα ίσως αργότερα όχι μετά
όχι αργότερα ίσως τώρα ναι μετά
ίσως μετά ναι αργότερα όχι τώρα
ναι τώρα ίσως μετά όχι αργότερα
όχι μετά ναι αργότερα ίσως τώρα
ίσως αργότερα όχι τώρα ναι μετά
ναι μετά ίσως τώρα όχι αργότερα
όχι αργότερα ναι τώρα ίσως μετά
ίσως μετά όχι τώρα ναι αργότερα
όχι ναι ίσως
.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
.
αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά
ήταν αν τα διαφορετικά πράγματα
τα πράγματα ήταν δια φορετικά αν
διαφορετικά αν πράγματα ήταν τα
πράγματα ήταν αν τα διαφορετικά
αν διαφορετικά ήταν τα πράγματα
ήταν πράγματα τα διαφορετικά αν
αν διαφορετικά ήταν πράγματα τα
πράγματα τα ήταν αν διαφορετικά
ΔΙΟΡΘΩΣΗ
τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά
.
Μιχαήλ Μήτρας, 3 ποιήματα από το βιβλίο του
Διακριτικές μεταβολές
Ποιήματα και εικόνες
1982-2002 εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2004
.
Στη γειτονιά των ποιητών, φωτο: Βασίλης Πολύζος

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Βασίλης Πολύζος, Portugal Place


Portugal Place

αγαπητοί εν Χριστώ
Θέκλα και Τιμόθεε
σήμερα ο ήλιος είναι μαύρα μπαλώματα
στο πεζοδρόμιο

έξω απ’ το νούμερο πέντε
το κενό της γάτας που ψόφησε
άρα διαγράφεται το κανελί χρώμα

μπροστά μου ένας ρημαγμένος Έλιοτ
κυρτός σαν το κουπί της βάρκας στο νερό
τρία βήματα πριν του ζητήσω αυτόγραφο
έκλασε αθέλητα
γύρισε και με κοίταξε με αμήχανο χαμόγελο
συγγνώμη είπε δεν σας πήρα είδηση

ακονισμένος άνεμος
σέρνεται στο πλακόστρωτο

εκείνες οι μέρες είχαν
περισσότερες βελανιδιές σε διάταξη πάρκου
μεγαλύτερη αναλογία φθινόπωρου
διαβάζαμε ημερολόγια θανάτου
ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα
αγοράζαμε βιβλία μαγειρικής και ταξιδιωτικά
αγοράζαμε ενοχές πορνογραφίας στο περίπτερο
απέναντι από το Βασιλικό Κολέγιο
γνωρίζαμε την τέχνη του βαλσαμωτή

στο υπόγειο του Arundel Hotel
θα σερβίρουν απόψε ζαρκάδι τριών αστέρων
24 ουγκιές μερίδα
θα το ξενυχτήσουμε παρέα μ’ ένα νησί
ίσως Αίγινα ίσως Κύπρο
αργότερα θα ’ρθει κι ο ποιητής ενισχυμένος
με ομίχλη Ιρλανδίας και ταμπάσκο
the monk’s delight
ήδη μπορώ να φανταστώ
την απουσία μου

Πηγή: 12+1 μοναχικά ποιήματα
εκδ. Εριφύλη 2005
photo by βασ.: το κανελί χρώμα

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

The Poet Linton Kwesi Johnson


Linton Kwesi Johnson


Inglan Is a Bitch

Στην Αρετή που μπήκε πρώτη

w'en mi jus' come to Landan toun
mi use to work pan di andahgroun
but workin' pan di andahgroun
y'u don't get fi know your way aroun'

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch
dere's no runnin' whey fram it

mi get a lickle jab in a big 'otell
an' awftha a while, mi woz doin' quit well
dem staat mi aaf as a dish-washah
but w'en mi tek a stack, mi noh tun clack watchah!

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch
no baddah try fi hide fram it

w'en dem gi' you di lickle wage packit
fus dem rab it wid dem big taxi rackit
y'u haffi struggle fi mek en's mett
an' w'en y'u goh a y'u bed y'u jus' cant sleep

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch fi true
a noh lie mi a tell, a true

mi use to work dig ditch w'en it cowl no bitch
mi did strang like a mule, but, bwoy, mi did fool
den awftah a while mi ju' stap dhu ovahtime
den awftha a while mi jus' phu dung mi tool

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch
yu'a haffi know how fi suvvive in it

well mi dhu day wok an' mi dhu nite wok
mi dhu clean wok an' mi dhu dutty wok
dem seh dat black man is very lazy
but if y'u si how mi wok y'u woulda sey mi crazy

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch
y'u betta face up to it

dem have a lickle facktri up inna Brackly
inna disya facktri all dem dhu is pack crackry
fi di laas fifteen years dem get mi laybah
now awftah fifteen years mi fall out a fayvah

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch
dere's no runnin' whey fram it

mi know dme have work, work in abundant
yet still, dem mek mi redundant
now, at fifty-five mi gettin' quite ol'
yet still, dem sen' mi fi goh draw dole

Inglan is a bitch
dere's no escapin' it
Inglan is a bitch fi true
is whey wi a goh dhu 'bout it?

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

ξερός κήπος




hortus siccus


τούτη την άνοιξη
μας σώθηκαν κι οι κάμπιες
ραγιάδες, ραγιάδες