Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσίαση βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Μηνάς Ταταλίδης, Στην τροχιά της Κρεολής Σελήνης


Μηνάς Ταταλίδης
Στην τροχιά της Κρεολής Σελήνης

Ομιλία στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Κρεολή Σελήνη τού Βασίλη Πολύζου
στη Στοά του Βιβλίου (Πέμπτη 28 Απριλίου 2011).
(Το κείμενο αναδημοσιεύεται από την ιστοσελίδα των εκδόσεων ΑΠΟΠΕΙΡΑ)


No smoking
Διαβάζουμε ποίηση..

Ακούγεται σαν απλή προτροπή, αλλά αν διαβάσουμε κάπως λοξά αυτούς τους στίχους, από το νέο βιβλίο του Βασίλη Πολύζου Κρεολή Σελήνη, θα αντιληφθούμε τη δύναμη της φαντασίας που κρύβεται μέσα τους. Θα κατανοήσουμε σε βάθος τη μεταπλαστική δύναμη του ποιητή, που διαλέγοντας ένα ψήγμα ρεαλισμού (No smoking) επιτυγχάνει ως άλλος αλχημιστής να μεταμορφώσει αυτό το ψήγμα σε ποιητική λίθο – κατ΄ αντιδιαστολή με τη λυδία λίθο.

Ξεκίνησα με την επιθυμία να μιλήσω για την ποιητική σοφία της Κρεολής Σελήνης, αλλά επειδή ο όρος σοφία ανακαλεί κατά κάποιο τρόπο συνειρμούς από τη φιλοσοφική μαθητεία, ας μιλήσω καλύτερα για την απλότητα και την αμεσότητα της ποιητικής
του Βασίλη Πολύζου. Σε τελική ανάλυση, τόσο η απλότητα όσο και η αμεσότητα – δρώντας συνδυαστικά – συνιστούν την άλλη πλευρά του νομίσματος όπου εδρεύει η σοφία.

Η Κρεολή Σελήνη είναι ένα βιβλίο, αλλά όχι ένα ακόμη βιβλίο. Ο ποιητικός λόγος του βιβλίου είναι σύγχρονος και συνάμα διαχρονικός, εφόσον τα αρχαία μέταλλα του λόγου συντήκονται σε ευφάνταστες φόρμες μεγάλης αφαιρετικής δύναμης και αισθητικής ολοκλήρωσης με τα σπάνια κράματα ενός συγχρονικού και επίκαιρου λόγου:

...η τέχνη μακρά
ο δε βίος βραχύς
θυμόμαστε μόνο τις μέρες
που η Λίβια έπαιζε με τον ήλιο
στο λόφο τον παλατίνο

Ο Πολύζος ανασύρει από το βυθό της γλωσσικής πολυφωνίας περίτεχνα κοσμήματα καθημερινής χρήσης:

…τα βράδια συζητούσαμε πάουλο κοέλιο
κάποιος στο διπλανό τραπέζι
έκανε αλχημείες κόκκινου πάνω σε μαύρο
βγάζοντας φούξια χείλη
τύπου μέριλιν σε ακρυλικό

Ως τεχνίτης του ποιητικού λόγου δεν αρκείται στην απλή διακόσμηση και την ευκολία για μια «χρηστική κατασκευή», αλλά, το ουσιαστικό μέλημά του είναι να αναδειχθούν οι απαξιωμένες ιδιότητες του ανθρώπου. Ως ποιητής που φιλτράρει τα κελεύσματα της εποχής μας, αντιστέκεται σθεναρά στο τσουνάμι της καταβύθισης του αληθινού πλούτου του ανθρώπου που φυσικά δεν είναι άλλος από την πνευματική μεταρσίωση:

ψηφιδωτά κορίτσια στο ξωκλήσι
κρατούν στα χέρια τους
μικρούς αρυβάλλους
παίζοντας
πού ‘ν’το πού ‘ν’ το το δαχτυλίδι

Έχουν πει για τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι ότι πέτυχε να αποδείξει τις ικανότητες και τη σοφία του στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, την ιατρική, τη μηχανική και την τεχνολογία, και ότι περισσότερο απ’ ό,τιδήποτε ενήργησε ως ποιητής.

Τώρα ακολουθώντας κάποιος την αντίστροφη πορεία ενός ποιητή, είτε σε επίγνωση αυτής της διαδρομής, είτε ακόμη και υποσυνείδητα, περιμένει με αγωνία και ενδιαφέρον από την παραγωγική δραστηριότητα του ποιητή να λάμψουν εικόνες, έννοιες και ιδέες που ολοκληρώνονται ως φόρμες, μορφές και σχήματα αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, ζωγραφικής...

Χρησιμοποιώντας ως «κατασκευαστικά εργαλεία» τις λέξεις και τη δημιουργική τους δύναμη, τις εμπειρίες και τα σοφά τους αποστάγματα ή, διαφορετικά, τη γνώση που του προσπόρισε ο παρελθόν χρόνος σε αγαστή σύμπνοια με την οραματική διάσταση που αναδύεται από τον επελαύνοντα χρόνο, ο ποιητής εμπλέκεται δημιουργικά ανάμεσα στο Είναι και σ΄ αυτό που πρόκειται να γεννηθεί. Σ΄αυτό που υπήρξε η μήτρα της ποιητικής και σ΄αυτό που ελπίζει να εκδηλωθεί ως ευτυχία και πνευματική ανάταση.

΄Ετσι η αλήθεια του ποιητή προκύπτει μέσω της ποιητικής του από τον γόνιμο διάλογο της βαθύτερης υπόστασής του και του εντατικού πάθους της μετρικής του ικανότητας, της οντολογικής του στάσης μέσα στον κόσμο και του αδιάκοπου λυρισμού που τον συντονίζει με τους παλμούς ενός αρχετυπικού μοντέλου, αυτό του Ορφέα.

Πιστεύω ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά ταιριάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό στον ποιητή Βασίλη Πολύζο. Πέρα όμως από τη μεταρσιωτική ικανότητα του «Ανθρώπου από τη Διζιλάνδη», να μετασχηματίζει δηλαδή σε ποιητικά σύμπαντα τις βιωματικές και θεωρητικές σχέσεις του με τις τέχνες , θα ήθελα να επισημάνω επίσης την ψυχαναλυτική του διεισδυτικότητα, τον τρόπο με τον οποίο αναπλάθει αρχετυπικές μνήμες και ψυχικά φαινόμενα. Από το ποίημα ΛΙΑΚΑΔΑ:

στον κήπο
ένα μωρό στην κούνια
σκεπασμένο με φύλλα
το πήρε η άνοιξη

θυμόμαστε μόνο
τα ζουζούνια
την άσπρη σκύλα
το αεράκι στα μαλλιά

ίσως ακόμη το δάσος
φωτεινό το Μάη
γεμάτο μικρές λέξεις
φιλιά

Άλλες φορές πάλι η λυρική του διάθεση τον οδηγεί σε φόρμες όπου η σκηνογραφία του ποιήματος ανταγωνίζεται με ιδιοφυή τρόπο τη δραματουργική εξέλιξη: τη μαγική συμπλοκή του πραγματικού με το υπερρεαλιστικό. Ένα ποίημα τέτοιας υφής, όπου η φαντασία και η αισθητική εναλλάσονται διαλεκτικά και κορυφώνονται έως την πλήρη πνευματική ένταση είναι το ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ:

περνάει το τράμ
με νωπά τα σημάδια του Άμστερνταμ

στο παράθυρο
μια κοπέλα σε μπλέ τεχνοτροπία
διαβάζει ποίηση πιγκουίνου

περνάει το τραμ
με νωπά τα σημάδια του Άμστερνταμ

στο παράθυρο
μια καλόγρια σε τεχνοτροπία πιγκουίνου
διαβάζει μπλε ποίηση

επάνω μου περνάει το τραμ
με νωπά τα σημάδια του Άμστερνταμ

στο παράθυρο
ένας πιγκουίνος σε τεχνοτροπία ποίησης
διαβάζει μια μπλε κοπέλα

Θα τελειώσω αυτό το σύντομο σημείωμα, με αφορμή την ανάγνωση της Κρεολής Σελήνης, καταθέτοντας τη μαρτυρία του Λουίς Μπουνιουέλ για τον κινηματογράφο: «Η ανάκλαση του φωτός στην οθόνη κρύβει μέσα της τη δύναμη να αναποδογυρίσει τον κόσμο». Στην περίπτωση του Βασίλη Πολύζου η δύναμη των εικόνων του αναποδογυρίζει την ίδια τη σκέψη, τις συμβάσεις και τα στερεότυπα της πραγματικότητας, αποκαλύπτοντας την πνευματική Εδέμ, τον χαμένο παράδεισο της Αθωότητας και του Ωραίου.

Μηνάς Ταταλίδης, Στοά του Βιβλίου, 28 του Απρίλη 2011
*Ο Μηνάς Ταταλίδης είναι σκηνοθέτης

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Κώστας Κρεμμύδας, Ανάμεσα στο κόκκινο της Κρεολής και στο Σ της Σελήνης



Ανάμεσα στο κόκκινο της Κρεολής
και στο Σ της σελήνης
του Κώστα Κρεμμύδα

Κρεολή καλείται μια πρώην πίτζιν γλώσσα, ένας απλοποιημένος
αυτοσχέδιος τρόπος επικοινωνίας, ένα είδος «γλώσσας του σώματος»
εν εξελίξει. Οι κρεολές είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα
ποικιλίας γλωσσών που εξελίσσονται/διαμορφώνονται
χάρη στη μεταξύ τους επαφή. Κι εδώ ερμηνεύω/προσδιορίζω
την επιλογή του τίτλου στο νέο βιβλίο του Βασίλη Πολύζου· ένα αίτημα
δηλαδή απλουστευμένης και συνάμα πολύπλοκης, άρα απαιτητικής
ποιητικής/καλλιτεχνικής λειτουργίας: «τόσα μηνύματα στέλνει
η σιγανή βροχή/ κι ο άνεμος γράφει κάθε μέρα στο πρόσωπό μου/
είμαι ένα συναξάρι/ είμαι η βαϊοφόρος/ είμαι η γραφή πάνω στην άμμο/
που δεν πρόλαβες να διαβάσεις»
. Κατά τη γνώμη μου ο τίτλος «Κρεολή Σελήνη»,
ως προς το πρώτο σκέλος του υποδηλώνει μια ανάγκη δημιουργίας
νέας γλώσσας, καινούριας επικοινωνίας σ’ αυτό το δίπολο του δημιουργού
με τον αναγνώστη.

Από την άλλη, η εμφανής αριστοκρατική διάσταση της ποίησής του
–ο Πολύζος θεωρώ πως γράφει για μυημένους και πείσμονες αναγνώστες,
παρά για όσους πρόκειται να μυηθούν– ενδεχομένως να μας φέρει
στο νου και τους Κρεολούς αριστοκράτες στα χρόνια της ισπανικής
κυριαρχίας στη Λατινική Αμερική.

Στα δικά μου όρια βέβαια, η «Κρεολή» συμβόλιζε απλώς την
αίγλη της θαλαμηγού του Νιάρχου και τα καπρίτσια της τότε
διεφθαρμένης άρχουσας τάξης, επί χούντας.

Με το δεύτερο συστατικό «Σελήνη» ερμηνεύω την ανάγκη ενός
ρομαντικά φορτισμένου προσδιορισμού που πάντα σηματοδοτούσε
η κρυφή γοητεία του φεγγαριού: «το καλοκαίρι εκείνο μέτρησα/
τρία ολόγιομα φεγγάρια».

Να σημειώσω καταρχήν τη διαλεκτική σχέση και συνέχεια
της δουλειάς του, καθώς ο κατά κόσμον Βασίλης Πολύζος,
και ο blogger Αιμίλιος, φιγουράρουν σήμερα, τόσο στο εισαγωγικό/
συνδετικό των προηγουμένων μαδριγάλι της σελίδας 9, –
πρωτοσυναντήσαμε την κρεολή Σελήνη στη συλλογή «ηλιακό
ποδήλατο» του 2003–, όσο και στη σελίδα 24 της νέας
συλλογής, με τον Αιμίλιο να συναναστρέφεται(;) την όμορφη
Χριστίνα(;) κατά την Κρίστα Μπελ της Νορμανδής ηρωίδας του.
Ας μου επιτραπούν οι όποιες αυθαίρετες αναγνώσεις/
παρανοήσεις αφού ούτως ή άλλως στην ποίηση του Πολύζου
υπάρχει άπλετος ζωτικός χώρος για προσωπική ερμηνεία,
κατανόηση, συμμετοχή, αναζήτηση και απόλαυση. Άλλωστε
νομίζω ότι είναι στην αντίληψή του αυτού του είδους
οι παραποιήσεις/παιχνιδίσματα, αφού επιδιώκει να κάνει κάθε
φορά τον αναγνώστη συμμέτοχο, κι όχι απλό αποδέκτη των όσων
ποιητικά καταθέτει.

Ως προς τις εναλλαγές/τεχνοτροπίες της ποίησης
θα διακινδυνεύσω μια διασταλτική προσέγγιση των ορισμών
του Θρασύβουλου Σταύρου και θα κάνω λόγο για σχήμα
Υπερβατό ή Διασκέλισμα: όταν δηλαδή ο ένας στίχος συνεχίζεται/
επαναλαμβάνεται, για να δοθεί έμφαση και να ολοκληρωθεί
το νόημα, (ή το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα), σε δεύτερο ή
σε τρίτο στίχο. Έξοχο παράδειγμα το ποίημα «Άμστερνταμ»
της σελίδας 23 και το παιχνίδι με τις εκδόσεις Penguin:
περνάει το τραμ/ με νωπά τα σημάδια του Άμστερνταμ//
στο παράθυρο/ μια κοπέλα σε μπλε τεχνοτροπία/ διαβάζει ποίηση
πιγκουίνου// περνάει το τραμ/ με νωπά τα σημάδια
του Άμστερνταμ// στο παράθυρο/ μια καλόγρια σε τεχνοτροπία
πιγκουίνου/ διαβάζει μπλε ποίηση// επάνω μου περνάει το τραμ/
με νωπά τα σημάδια του Άμστερνταμ// στο παράθυρο/ ένας
πιγκουίνος σε τεχνοτροπία ποίησης/ διαβάζει μια μπλε κοπέλα
Τώρα, ας κάνουμε το συσχετισμό (ενδεχομένως επίσης αυθαίρετο)
της μπλε κοπέλας με την Κρίστα Μπελ της σελίδας 25. Μια και μιλάμε
για σχήματα ας σημειώσουμε επίσης και την ακροστιχίδα με την οποία
καταπιάνεται συχνά στις ποιητικές του συλλογές ο Πολύζος, κι εν
προκειμένω το ποίημα της σελίδας 46 όπου οι ασκήσεις ύφους πίσω
από το παρμπρίζ μπορεί να χαράξουν σε γραμμική Α΄ διαλογής
το γράμμα V με καταληκτικά τη Βούλα λατινιστί και την
ακρόαση: VORTEX.

Τη θέση της χιουμοριστικής/(αυτό)σαρκαστικής –σχεδόν
αποδομητικής– διάθεσης των προηγούμενων συλλογών
καταλαμβάνει, εδώ, η νοσταλγία: μα τη νοσταλγία της κίνησης,
ο απόμακρος ερωτισμός, η ηδονή και η γλυκιά αποστασιοποίηση
όχι ως προς το συμβάν αλλά ως προς το χρόνο της τέλεσής του:
«κάποτε κοίταζα με άλλα μάτια», ή «κράτησα την ανάσα μου/
όσην ώρα στο φως/ ο πευκώνας/ έβλεπε όνειρα»,
ή
«θυμόμαστε μόνο τις μέρες/ που η Λίβια έπαιζε με τον ήλιο/
στο λόφο τον παλατίνο».
Δε λείπουν κι εδώ τα έως υπερβολής
παιχνίδια: φιλιά φιλιά/ kisses kisses/ στα χαμόκλαδα
φτεροκοπούσαν κίσσες
, αλλά το κράμα ερωτικό-τραγικό-ειρωνικό
νομίζω ότι κυριαρχεί: αυτά τα πουλιά/ δεν ταιριάζουν/
στον τοίχο του σαλονιού.

Δεν ξέρω αν είναι δόκιμο και εύστοχο λογοτεχνικά
να προσδιορίζουμε την ποίηση με το απλό αλλά συνάμα περιεκτικό
επίθετο «γλυκύς». Όπως περίπου και τις κοπέλες, όπου ο
χαρακτηρισμός «γλυκιά» παραμένει ασφαλής πάντα για ένα
πρώτο κοίταγμα. Κι όμως, παρά τον όποιο κίνδυνο
απλουστεύσεων, αλλά και εκπλήξεων που είμαι βέβαιος ότι
κρύβει η δεύτερη και τρίτη ανάγνωση του βιβλίου του, θεωρώ
ότι ο χαρακτηρισμός «γλυκιά ποίηση» είναι περιεκτικός και
καίριος. Συχνά αισθανόμαστε την ανάγκη της απόλαυσης,
της ονειροπόλησης, της αισθαντικότητας, κάτι σαν τα παλιά view
master των παιδικών μας χρόνων. Φτάνουν οι (δήθεν)
πειραματισμοί, οι υπονοήσεις και τα ασυνάρτητα ενδόμυχα.
Ίσως γι’ αυτό να είναι η ώρα, μέσα από τις αλλεπάλληλες
εικόνες, τις όμορφες φράσεις: η ωραιότης των αστραγάλων,
ιερουργίες της άνοιξης, δάκρυ πεύκου, χημικά φιλιά, υπερόπτες
μηροί, τα
(σ.σ. δυστυχώς επίκαιρα λόγω του τραγικού
Φουκουσίμα) μπεκερέλ του γυμνού, μέσα από ρομαντικά
συνταιριασμένα ρήματα: να μπουμπουκιάσουν στο φράχτη,
κοιμήθηκε η θάλασσα στην αγκαλιά σου, κρατάει αχνό τον ήλιο
επάνω μας, η Μαγδαληνή κομίζει μύρα/ προ του ενταφιασμού μου,
να συνάξουμε τα χαρισματικά του επίθετα όπως: αναγερτή,
συλλεκτική γυναίκα, ασελγείς πασχαλιές, ευαίσθητη υγρασία
γυναικός, υπαινιγμούς ηδονής,
τα εντέχνως διατυπωμένα μέρη
του λόγου: «οι σχεδόν γάτες», ή άσε τον ήλιο να μ’ απλώσει/
τοιχογραφία του έρωτα/ όπως τότε
,
μέσα από εύστοχες
παρομοιώσεις: «το φως γλιστράει ανάμεσα/ στις πευκοβελόνες τους/
σαν χέλι», ή «τώρα η Σελήνη μου/ βγάζοντας τ’ ασημένια
πέδιλά της/ θα λυθεί στα νερά του καθρέφτη»,
ίσως λοιπόν
είναι η ώρα να χαρούμε δίχως μεταμοντέρνες ενοχές
τους στίχους: «με το άνθος του καλαμποκιού/ το χνούδι σου
φυτρώνει επάνω μου», ή «ξανά και ξανά/ μια πρόβα βροχής/
στο έρημο πάρκο».

Όχι πως λείπει η τραγικότητα, ή για το πω αμβλυμμένα
«μια πικρή ματιά» από την ποίησή του: κι όμως απλώναμε τα χέρια
να την αγκαλιάσουμε/ μέσα από το παράθυρο
, ή κρατούσε δυο
φτερά τυλιγμένα σε σελοφάν, ή, «ποιος θα σε φροντίσει είπε/
σε λίγο ξημερώνει/ θα χαθούμε»,
ή «θα διαβάσουν/ το τελευταίο σου
μήνυμα/ με υπαινιγμούς λουλουδιών».
Όμως σχεδόν
αμέσως ο Πολύζος φαίνεται πως ξορκίζει το κακό του συμβατικού
ρομαντισμού: «παρακαλώ όχι μελό/ όχι ήμαρτον θε μου»,
συνδέοντας πεταλούδες με στενογραφία, τις ρίμες με τα ψίχουλα
που πετούσαμε στην άμμο για τα σπουργίτια, τα ψηφιδωτά
κορίτσια στο ξωκλήσι, με τα φούξια χείλη τύπου μέριλιν
σε ακρυλικό. Αποδεικνύοντας το ανεξάντλητο των ελληνικών
λόγων και της ποιητικής τέχνης. Εκεί ανάμεσα στο συγκεκριμένα
αόριστο και στο νεφελωδώς προσδιορισμένο:
σε μια παραλία απέριττη/ 9-11 π.μ. και 5-7 μ.μ. γεμάτη
καλοκάγαθους συνταξιούχους, 20 ιουλίου του προφητηλιού,
για παράδειγμα, καταφέρνει «μικρά θαύματα να γίνονται/ κάθε
μέρα// Αρκεί να φυσήξει αύρα λεπτή/ κι οι λεμονιές
στον κήπο/ θα ψιθυρίσουν δεκαπεντασύλλαβο».
Τα ποιήματα
τουλάχιστον συνθέτουν τέλειους κόσμους και προσφέρονται
απλόχερα για αλχημείες, πλάνες, ενατενίσεις, και το κυριότερο:
για πολλαπλές αξιοποιήσεις του νου, της ψυχής και της ζωής μας.
Για τα πολλά απαραίτητα που οφείλουμε να διασώζουμε
σε δίσεκτα χρόνια, όπως τα δικά μας.
Κώστας Κρεμμύδας, Στοά Βιβλίου, Πέμπτη 28 Απριλίου 2011
στην παρουσίαση του βιβλίου Κρεολή Σελήνη του Βασίλη Πολύζου,
έκδοση Αποόπειρα 2010

*Ο Κώστας Κρεμμύδας είναι ποιητής και εκδότης
του περιοδικού Μανδραγόρας

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Κρεολή Σελήνη / φαρμακολύτρια



φαρμακολύτρια
του Βασίλη Πολύζου

Αυτή την πόλη δεν την ξέρω, δε θυμάμαι
πώς φύτρωσαν αυτά τα σιδερένια νύχια
στα δάχτυλα του ορίζοντα.
Θυμάμαι το ενυδρείο των μικρών ερώτων
και τις παράγκες με τα εαρινά ανθέμια
απ’ τις πληγές τους έτρεχε ο Απρίλης
γλυκόπικρος, καθώς το γάλα της συκομουριάς
στην εμπασιά τους ένα οικείο σκιάχτρο
τυφλωμένο απ’ το αιφνίδιο μεσημέρι
βάζοντας πότε πότε αντήλιο την παλάμη.

Πάει καιρός τώρα που φύγαν οι γειτόνοι
αφήνοντας το ψοφιο καναρίνι στο μπαλκόνι.

―Ευτυχώς, λέει η Κρισταμπέλ, θά ’ρθει το βράδυ
να σταθεί πάνω απ’ τις άδειες πολεμίστρες
η Σελήνη η Φιδοκρατούσα, η Φαρμακολύτρια
σέρνοντας πίσω της μια θάλασσα πορτοκαλιές
σαν τη νυχτιά που αγαπηθήκαμε ακουμπώντας
τους ψιθύρους μας στο πεζούλι του κήπου
τινάζοντας απ’ τα μαλλιά μας χούφτες το χρυσάφι.

φαρμακολύτρια, ένα ποίημα του Βασίλη Πολύζου
από το βιβλίο DIZZILAND, εκδ. ΕΡΙΦΥΛΗ 2001

Κρεολή Σελήνη, μια αφίσα του Βασίλη Πολύζου 2011